Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Παπισμός κατά τον Γ. Ιουστίνο Πόποβιτς (β)

Παπισμός κατά τον Γ. Ιουστίνο Πόποβιτς (β)



Παπισμός κατά τον Γ. Ιουστίνο Πόποβιτς (β)
Ούτως, αδελφοί μου, ανέστη ως βρυκόλαξ εις τας ημέρας μας η σατανική Ρώμη, εκείνη η Ρώμη, προ του μεγάλου Κωνσταντίνου, η οποία εδίωκε με πυρ και μάχαιραν τους Χριστιανούς και ημπόδιζε τον Χριστόν να εισέλθη εις την Ευρώπην.
Νικόλαος Ζήσης
 ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΣ
κατά τον Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς
       Να ήστε έτοιμοι εις μαρτύριον δια τον Χριστόν εκ μέρους της Λευκής Δαιμονίας  (= Ευρώπης).


        Ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, γεννήθηκε το 1894. Το 1916, σε ηλικία 22 ετών, έλαβε το Μοναχικό Σχήμα. Σπούδασε την Θεολογία στην Σερβία και στην Ρωσία και ανεκηρύχθη διδάκτωρ της Θεολογίας από την Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1926. Το 1935 εξελέγη υφηγητής και αργότερα καθηγητής της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, όπου παρέμεινε μέχρι το 1945, όταν το κομμουνιστικό καθεστώς τον εξεδίωξε. Έ­κτοτε και μέχρι του θανάτου του (1979), αποσύρθηκε ως πνευματικός στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλων στο Τσέλιε, όπου συνέχισε το πνευματικό και συγγραφικό του έργο, αποτελώντας, όπως λέγει ο Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, την «κεκρυμμένην συνείδησιν της Σερβικής Εκκλησίας, αλλά και της μαρτυρικής Ορθοδοξίας εν γένει»1. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης παρουσιάζοντας ένα από τα έργα του Γέροντος Ιουστίνου, «πρέπει να ίδωμεν τον π. Ιουστίνον όχι ως δογματικόν διδάσκαλον μόνον, αλλά και ως όσιον και ως προφήτην, διότι ζη μέσα εις το φως του Θεού την τραγωδίαν των ανθρώπων, προς τους οποίους εξαγγέλει την μοναδικότητα του Θεανθρώπου, την μοναδικότητα της Εκκλησίας και την εκτροπήν του Ευρωπαίου ανθρώπου από της Αληθείας... Ό,τι αρνείται ο π. Ιουστίνος, το αρνείται με θετικόν τρόπον, διότι πιστεύει ακρα­δάντως, ότι η Εκκλησία κατέχει εντός της την δυνατότητα ικανοποιήσεως όλων των αιτημάτων του ανθρώπου και των εφέσεών του και μάλιστα εις ασυγκρίτως μεγαλύτερον βαθμόν, απ' ό,τι αυτός δύναται να επιθυμήση»2.
        Οι εμπειρίες των Σέρβων Ορθοδόξων από την συνοίκησή τους με λαούς οι οποίοι είχαν προσχωρήσει στον παπισμό (Αυστριακούς, Ούγγρους, Κροάτες, Σλοβένους), φαίνεται πως υπήρξαν αφορμή για βαθεία ανάλυση εκ μέρους των Σέρβων θεολόγων του είδους ανθρώπου που διαμορφώνει ο ευρωπαϊκός ουμανισμός3 και το αποκορύφωμά του, ο Παπισμός4. Παρόμοιες εμπειρίες, άλλωστε, ήταν αυτές οι οποίες συνετέλεσαν στο να γνωρίσουν και οι Έλληνες Ορθόδοξοι την χριστιανική «αγάπη» και «δικαιοσύνη» των Φραγκο-Σαξώνων, στην πρόσφατη σταυροφορία και κατοχή του σερβικού Κοσσυφοπεδίου.
        Τα λόγια του Γέροντος Ιουστίνου δεν εκφράζουν βέβαια απαρέσκεια προς ανθρώπους, ούτε καν προς τους εχθρούς του έθνους του. όπως λέγει ο ίδιος, η ταύτιση αμαρτίας και αμαρτωλού είναι εφεύρημα του ουμανισμού και όχι διδασκαλία του Ευαγγελίου. Στα έργα του ο Παπισμός, όπως και ολόκληρος ο ευρωπαϊκός ουμανισμός, κρίνεται εν συγκρίσει και κατ' αντιπαράθεση προς τον Θεανθρωπισμό ή Θεανθρωποκεντρισμό της Εκκλησίας. Οι λόγοι του κρίνουν τον Παπισμό ως παναίρεση και παναμαρτία, καταρρίπτοντας την αντίληψη πως ο Ρωμαιοκαθολικισμός διατηρεί την συγγενέστερη προς την Ορθοδοξία πίστη. Η ανατομία του σώματος του ευρωπαϊκού πολιτισμού εκ μέρους του Γέροντος Ιουστίνου, η οποία ως εκ της καταστάσεως του πολιτισμού αυτού αποτελεί μάλλον νεκροψία, απαιτεί βεβαίως εμβριθέστερη μελέτη και ανάλυση. Η παρούσα μελέτη, δυστυχώς αδικεί το ύφος και το ύψος της θεολογίας του Σέρβου ασκητού, διότι επιδιώκει να παρουσιάσει απλώς τις απόψεις του για τον κυριώτερο πνευματικό καρπό της ευρωπαϊκής περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου αντιλήψεως, δηλ. τον Παπισμό. Ελπίζουμε, ωστόσο, πως έστω και αυτή η μερική γνώση της εκκλησιαστικής περί ουμανισμού αντιλήψεως, όπως αυτή εκφράζεται άριστα από τον Γέροντα Ιουστίνο, θα αποτελέσει για πολλούς αφορμή μελέτης των έργων του Γέροντος και θα διευρύνει την προοπτική με την οποία πρέπει ο Ορθόδοξος Χριστιανός να αντιμετωπίζει τον δυτικό πολιτισμό εν γένει, την αντίδραση κατά του οποίου προσπαθούν να μονοπωλήσουν, προς ίδιον όφελος, ιδεολογίες που έχουν και αυτές τις ρίζες τους στην άθεη Δύση, όπως ο μαρξισμός και ο αναρχισμός.

1. Η επιβίωση του Αρειανισμού5
       Ο κόσμος μας, και ιδιαίτερα ο άνθρωπος, χαρακτηρίζεται από ένα διαρκή αγώνα ανάμεσα σε δύο μυστήρια: το μυστήριο του καλού και το μυστήριο του κακού. Το μυστήριο του κακού είναι έντεχνα ελκυστικό. γοητεύει τον άνθρωπο μέχρι έρωτος, και ο άνθρωπος προσφέρει τον εαυτό του ως θυσία ολοκαυτώματος στην φοβερή αυτή του αγάπη. Αντιθέτως το μυστήριο του καλού είναι ταπεινό και πράο, αντικείμενο λοιδορίας και εμπτυσμών, γι' αυτό και είναι λιγότεροι οι εραστές του μυστηρίου του καλού απ' αυτούς του μυστηρίου του κακού. Εναντίον του μικρού καλού αντιτάσσεται μικρό κακό και εναντίον μεγάλου καλού, μεγάλο κακό. Έτσι, εναντίον του Θεού του καλού, του Ιησού Χριστού, εξέρχεται ο ίδιος ο Σατανάς6. Κύριος σκοπός του Σατανά και όλης της στρατιάς του εναντίον του Χριστού, είναι να εκσαρκώσει τον Θεάνθρωπο, να δείξει ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλ' ένας απλούς και αδύνατος άνθρωπος. Ο Σατανάς πολέμησε την Εκκλησία έξωθεν με τους διωγμούς, αλλά και εσωτερικά με πιο φοβερό τρόπο, διά του Αρείου. Ο Σατανάς, αφού εξήλθε από τον θεοκτόνο Ιούδα, εισήλθε στον Άρειο, διά του οποίου ενήργησε πιο ολοκληρωτικά από οποτεδήποτε άλλοτε7.
       Ο Αρειανισμός από την μεταφυσική του πλευρά ριζώνει στον σατανισμό και από την ψυχολογική του πλευρά στον ορθολογισμό. Οι αρειανοί αντικατέστησαν τους χριστιανικούς νόμους του Αγίου Πνεύματος με τις ορθολογιστικές κατηγορίες της λογικής του Αριστοτέλους. προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την Αγία Γραφή «κατά τον ίδιον νουν» και έφθα­σαν να μετρούν την φύση του Χριστού με βάση την δική τους φύση, γι' αυτό και κατεβίβασαν τον Χριστό στο επίπεδο των κτισμά­των8. Ο Αρειανισμός, θέλοντας να εκλογικεύσει τον Χριστό, εξέπεσε σε αίρεση. έχοντας σμικρύνει τον Θεάνθρωπο Χριστό στα επίπεδα ενός ημιθέου, έγινε αναστημένος παγανισμός9. Η σκέψη του Αρειανισμού, η οποία αρνείται την θεότητα του Χριστού, είναι τόσο σατανική, ώστε πρέπει να έχει την αρχή της στον νου του Σατανά. αν σε κάθε αίρεση υπάρχει κάτι το διαβολικό, η αίρεση του Αρείου είναι ολόκληρη εκ του Διαβόλου και ολόκληρη εν τω Διαβόλω10. Η καθολική πίστη και διδασκαλία της Εκκλησίας εκφρά­σθηκε ιδιαίτερα στην ισχυρή λέξη ομοούσιος11. «Δοκίμασε την πίστιν σου και έλεγξέ την με το Σύμβολον της πίστεως... Εάν απορρίπτης το ομοούσιον δεν είσαι του Χριστού, είσαι του Αντιχρίστου, είσαι του Ιούδα, διότι η Εκκλησία ονομάζει τον Άρειον "δεύτερον Ιούδα"»12.
        Ο Αρειανισμός δεν έχει ακόμη ταφεί. είναι σήμερα της μόδας και έχει διαχυθεί σαν ψυχή στο σώμα της σύγχρονης Ευρώπης. στην κουλτούρα της Ευρώπης, στην φιλοσοφία, στην επιστήμη, στον πολιτισμό και εν μέρει στην θρησκεία της, υπάρχει κρυμμένος ο Αρειανισμός. παντού ο Χριστός συστηματικά καταβιβάζεται σε απλό άνθρωπο. «Πόθεν τόσος αρειανισμός σήμερον;» διερωτάται ο Γέρων Ιουστίνος. «Ο άνθρωπος έγινε σήμερον το μέτρον των πάντων, μέτρον όλων των ορατών και αοράτων όντων και πραγμάτων. Μετρών με τον εαυτόν του τα πάντα ο ευρωπαϊκός άνθρωπος απορρίπτει παν ό,τι είναι ευρύτερον από τον άνθρωπον, μεγαλύτερον από τον άνθρωπον, απειρότερον από τον άνθρωπον. Το στενόν του μέτρον στενεύει τον Θεάνθρωπον εις άνθρωπον»13.
        Η σύγχρονη ευρωπαϊκή σχετικοκρατία14 ακολουθεί τον Αρειανισμό. ο μεταφυσικός σχετικισμός γέννησε και τον ηθικό σχετικισμό. Δεν υπάρχει τίποτε το απόλυτο ούτε υπεράνω του κόσμου ή του ανθρώπου, ούτε στον κόσμο ή στον άνθρωπο, ούτε γύρω από τον κόσμο ή τον άνθρωπο15. Όλοι οι ευρωπαϊκοί ανθρωπισμοί, από τον φετιχιστικό μέχρι και τον παπικό, βασίζονται στον άνθρωπο. Κάθε ουμανισμός στην οντολογία του δεν είναι τίποτε άλλο παρά χομινισμός. Ο άνθρωπος είναι η ανώτατη αξία, η παναξία, το ύψιστο κριτήριο. «μέτρον πάντων άνθρωπος»16. Όλοι οι ουμανισμοί, οι προ της Αναγεννήσεως και οι μετά την Αναγέννηση, οι προτεσταντικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί, κοινωνικοί, επιστημονικοί, πολιτιστικοί και πολιτικοί επιδιώκουν εν γνώσει ή εν αγνοία ένα πράγμα: να αντικαταστήσουν την ζωή κατά Θεάνθρωπον με την ζωή κατ' άνθρωπον17. Ο φανερός ή κρυφός πόθος πολλών από τους δημιουργούς του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τον Θεό18. Η ουσία της πρώτης πτώσης του ανθρώπου συνίσταται ακριβώς στο ότι ο άνθρωπος επαναστάτησε εναντίον της θεοειδούς οργανώσεως του «είναι», της υπάρξεώς του, και στο ότι παρέμεινε στην καθαρώς ανθρώπινη φύση, τον «χομινισμό» του. Εκδίωξε τον Θεό από τον εαυτό του, την συνείδησή του και την θέλησή του, δεν κατόρθωσε, όμως, να αποβάλει τα θεοειδή ιδιώματα του πνεύματός του, τα οποία εμφανίζονται ως πόθος για άπειρη πρόοδο, άπειρη γνώση, άπειρη τελειοποίηση, άπειρη ύπαρξη. Με όλες αυτές τις ουμανιστικές νοσταλγίες ο άνθρωπος τείνει πάλι προς το θεοειδές που έχασε και ουσιαστικά κραυγάζει για την αναγκαιότητα του Θεανθρώπου19.
        Όμως ο ουμανιστικός ανθρωποκεντρισμός είναι στην ουσία Διαβολοκεντρισμός, διότι επιδιώκει ό,τι και ο Διάβολος: να αποθεανθρωπή­σει και να αθεώσει τον άνθρωπο. Ο ουμανιστής άνθρωπος καθίσταται όμοιος προς τον Διάβολο: και οι δύο θέλουν να ανήκουν μόνο στον εαυτό τους, να είναι μόνο στον εαυτό τους και για τον εαυτό τους. μεταφέρονται έτσι στο βα­σίλειο του «δευτέρου θανάτου»20, όπου δεν υπάρχει ούτε Θεός, ούτε κάτι θεϊκό21. Σε τελευταία ανάλυση όλοι οι ουμανισμοί εξοντώνουν τον αμαρτωλό μαζί με την αμαρτία του, διότι δεν θέλουν τον Θεάνθρωπο, ο οποίος είναι η μόνη σωτηρία του ανθρώπου από την αμαρτία, τον θάνατο και τον Διάβολο. όποιος δεν είναι υπέρ του Θεανθρώπου είναι και κατά του ανθρώπου και δολοφόνος του ανθρώπου. Ταυτόχρονα είναι και αυτόχειρας, διότι παραδίδει την ψυχή του στην πλήρη εξουσία της αμαρτίας, του θανάτου και του Διαβόλου επιφέροντας στον εαυτό του την αιώνια κόλαση22.
        Έξω από τον Θεάνθρωπο ο άνθρωπος χάνει την κεφαλή του,  αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του, τον αιώνιο, τον αθάνατο, τον θεοειδή εαυτό του. «Εκτός του Θεανθρώπου δεν υπάρχει άνθρωπος, αλλά πάντοτε υπάνθρωπος ή ημιάνθρωπος ή μη άνθρωπος»23. Ο άνθρωπος είναι μεγάλος μόνον δια του Θεού και εν τω Θεώ. αυτό είναι η θεμελιώδης αρχή του θεανθρωπίνου πολιτισμού. «Χωρίς τον Θεόν ο άνθρωπος δεν είναι παρά εβδομήκοντα κιλά αιμοφύρτου ύλης»24. Μαραμένος, υπανάπτυκτος, αντικειμενοποιημένος, εκφυλισμένος, ο άνθρωπος του ουμανισμού είχε απόλυτο δίκαιο, όταν ανακοίνωσε με τους σοφούς του ότι έγινε από τον πίθηκο. αφού εξισώθηκε με τα ζώα στην καταγωγή, γιατί να μην εξισωθεί και στην ηθική25; Καταφανώς ο ευρωπαίος άνθρωπος δεν είναι θεός, αλλά δούλος της ύλης. ο αυτοαποκαλούμενος θεός προσκυνεί δουλικώς τα πράγματα, τα είδωλα που μόνος του δημιούργησε, πουθενά δε δεν προσκυνούνται τόσο δουλικώς τα πράγματα, όσο στην Ευρώπη. Η προσκύνηση αυτή είναι της χειρότερης μορφής, διότι αποτελεί προσκύνηση χώματος. «Πέστε μου, δεν προσκυνεί άρα γε ο άνθρωπος χώμα, όταν εγωιστικώς αγαπά το γήινον χοϊκόν σώμα του και επιμόνως ισχυρίζεται: σαρξ ειμι και μόνον σαρξ;». Κύριο χαρακτηριστικό του ευρωπαίου ανθρώπου είναι η λαιμαργία του ως προς τα πράγματα. η φετιχιστική μεταφυσική του εκδηλώνεται δια της φετιχιστικής του ηθικής. Όπως στον ειδωλολατρικό φετιχισμό κύριο χαρακτηριστικό είναι η ανθρωποφαγία, έτσι και στον ευρωπαϊκό φετιχισμό: η ζωή είναι σφαγείο στο οποίο ο ισχυρότερος έχει δικαίωμα να σφάξει τον ασθενέστερο26.
       Η σχετικοκρατία της φιλοσοφίας ήταν αδύνατο να μην οδηγήσει σε σχετικοκρατία στην ηθική, η οποία υπήρξε με την σειρά της μητέρα του αναρχισμού και του μηδενισμού. αυτή η ιδεολογική φθορά του ιδεολογικού αναρχισμού και μηδενισμού, ήταν φυσικό να εκδηλωθεί στον πρακτικό αναρχισμό και μηδενισμό, μάρτυρες του οποίου υπήρξαν οι δύο παγκόσμιοι, «εις την πραγματικότητα ευρωπαϊκοί, πόλεμοι»27. Στους βωμούς της νέας ειδωλολατρίας τα τέρατα της Αποκαλύψεως του ευρωπαϊκού πολιτισμού επιτελούν πρωτοφανή στην ιστορία σφαγή μυριάδων ανθρωπίνων ψυχών δια των χειρών των διανοουμένων των λαών και της ανθρωπιστικής αγωγής τους. «Ορθώς έλεγεν ο Α. Ζίντ, ότι το Νταχάου και άλλα στρατόπεδα συγκεντρώσεως είναι βωμοί, τους οποίους ανήγειραν και εις τους οποίους ιερουργούν οι διανοούμενοι της Ευρώπης με θρησκείαν τον πολυθρύλητον ανθρωπισμόν των»28.
        Ποια είναι όμως, τέλος πάντων, η σχέση του Παπισμού με τον Αρειανισμό και την μετεξέλιξή του στον νεώτερο ευρωπαϊκό ανθρωπισμό (ουμανισμό);

2. Η πτώση του πάπα
       Ο Ρωμαιοκαθολικισμός εγκαταλείποντας την καθολική της Εκκλησίας πίστη, αυτομόλησε στην αρεια­νική μεθοδολογία29. Έτσι στην Δύση υπήρξε μία βαθμιαία μετατροπή του Χριστιανισμού σε ουμανισμό. για πολύ καιρό και με επιμονή στένευαν τον Θεάνθρωπο και στο τέλος τον σμίκρυναν σε άνθρωπο: στον αλάθητο άνθρωπο της Ρώμης και τον όχι λιγώτερο αλάθητο άνθρωπο του Βερολίνου. Εμφανίσθηκε έτσι ο δυτικός χριστιανικο-ουμανιστικός μαξιμαλισμός (ο Παπισμός), ο οποίος από τον Χριστό αφαιρεί τα πάντα, και ο δυτικός χριστιανικο-ουμανιστικός μινιμαλισμός (ο Προτεσταντισμός), ο οποίος από τον Χριστό ζητεί το ελάχιστο, συχνά δε και τίποτε. Με τον περιορισμό του στον άνθρωπο μετεβλήθη ο δυτικός Χριστιανισμός σε ουμανισμό. Η αντικατάσταση του Θεανθρώπου από τον άνθρωπο είχε ως συνέπεια την αντικατάσταση της θεανθρώπινης από την ανθρώπινη μεθοδολογία: στον σχολαστικισμό30  επικρατεί η αριστοτελική φιλοσοφία, στην ηθική επικρατεί η Ιερά Εξέταση31  και η καζουϊστική ηθική32, στις διεθνείς σχέσεις το παπικό κράτος και στην κοινωνία ο ατομισμός ως κοινωνική αρχή. Στον χαρακτήρα αυτό του δυτικού Χριστιανισμού έχουν τις ρίζες τους η αστική κοινωνία (η επιβολή του ατόμου ως μονάδος) και ο ουμανιστικός κοινωνισμός (η βιαία επιβολή του εγωιστικού ατόμου ως ομάδος)33. Η δυτική κοινωνία, έχοντας αυτές τις ρίζες, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οργανωμένη ικανοποίηση των ατομικών συμφερόντων, δηλαδή νομιμοποιημένη τέρψη του ανθρώπινου εγωισμού34.
        Η Αναγέννηση είχε πλημμυρίσει τις καρδιές των Ευρωπαίων, οι οποίοι είχαν μαραθεί από τον Βατικανισμό, με ελπίδα. Ο βρυκολακικός σχολαστικισμός στη φιλοσοφία και ο ανθρωποφάγος ιησουϊτισμός στην ηθική είχαν απομυζήσει από τον ευρωπαίο άνθρωπο τις ζωτικές του δυνάμεις. Η ανακαίνιση του Ευρωπαίου, όμως, έγινε με την στροφή στην αρχαία Ελλάδα, με την απομάκρυνσή του από τον Χριστό και την διακοπή κάθε συνδέσμου με τους άνω αοράτους κόσμους35.
       Ο Παπισμός δεν υπήρξε μόνον ο πρώτος ουμανισμός και γενεσιουργός αιτία του ευρωπαϊκού αθεϊστικού ουμανισμού36. Αποτελεί ταυτόχρονα αποκορύφωμα του ουμανισμού και τελευταία προσπάθεια διάσωσής του. Λέγει χαρακτηριστικώς ο π. Ιουστίνος πως μετά τον ορθολογιστικό διαφωτι­σμό37 του 18ου και τον μυωπικό θετικισμό38 του 19ου αιώνα, δεν απέμενε τίποτε άλλο στον ευρωπαϊκό ουμανισμό από το να αποσυντεθεί μέσα στις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά του. την στιγμή εκείνη η δογματοποίηση του αλαθή­του του πάπα39 απετέλεσε προσπάθεια αναζωογονήσεως και διαιωνίσεως του ετοιμοθάνατου ουμανισμού. το δόγμα του αλα­θήτου του πάπα «είναι η τελευταία μεταμόρφωσις (transformatio) και η τελική αποθέωσις (glorificatio) του ουμανισμού»40. Το δόγμα αυτό έχει κοσμοϊστορική σημασία για όλη την τύχη της Ευρώπης, ιδιαίτερα για τους αποκαλυπτικούς καιρούς στους οποίους έχει αυτή εισέλθει. «Διά του δόγματος αυτού όλοι οι ευρωπαϊκοί ανθρωπισμοί απέκτησαν το ιδεώδες και το είδωλόν των: ο άνθρωπος ανεκηρύχθη υπερτάτη θεότης, πανθεότης. Το ευρωπαϊκόν ουμανιστικόν πάν­θεον απέκτησε τον Δία του»41. Ο δυτικός Χριστιανισμός, στην ουσία του, είναι ο πιο ριζικός ουμανισμός, διότι ανεκήρυξε τον άνθρωπο αλάθητο και μετέβαλε την θεανθρώπινη θρησκεία σε θρησκεία ουμανιστική. Απόδειξη γι' αυτό είναι πως στην Ρωμαϊκή Εκκλησία ο Θεάνθρωπος απωθήθηκε στον ουρανό, και στην θέση του τοποθετήθηκε ο αναπληρωτής: Vicarius Christi... «Πόσον τραγικός παραλογισμός: να ορίζεται αντικαταστάτης και αναπληρωτής διά τον πανταχού παρόντα Κύριον και Θεόν! Είναι όμως γεγονός ότι αυτός ο παραλογισμός ενεσαρκώθη εις τον δυτικόν Χριστιανισμόν». Έτσι επιτελέσθηκε η αποθεανθρώπηση του Θεανθρώπου, η εκ-σάρκωση του ενσαρκωθέντος Θεού. Με όλα αυτά ο ουμανισμός είναι σαν να έλεγε στον Θεάνθρωπο: Αποσύρσου απ' αυτόν τον κόσμο σε άλλον, φύγε από μας, διότι εμείς έχουμε τον αντικαταστάτη Σου, ο οποίος σε αντικαθιστά αλαθήτως σε όλα42. Η Β' Βατικάνειος43 Σύνοδος, επιμένοντας και αυτή στο δόγμα του αλαθή­του του πάπα = του ανθρώπου, αποτελεί αναγέννηση όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών, αναγέννηση πτωμάτων. «Διότι αφ' ότου ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι παρών εις τον γήινον κόσμον, ο κάθε ουμανισμός είναι πτώμα»44. «Εις την πραγματικότητα από αυτό το δόγμα ζη, το ακολουθεί και επιμόνως το ομολογεί ο κάθε ευρωπαϊκός ουμανισμός»45. Υπ' αυτή την έννοια κατανοείται η θέση πως ο ουμανιστικός Χριστιανισμός αποτελεί την πιο αποφασιστική διαμαρτυρία εναντίον του Θεανθρώπου και της αξιολογίας και κριτηριολογίας Του46. Το μέγεθος της βατικανείου αυτής πτώσεως δεν είναι διόλου μικρό.
        «Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις: του Αδάμ, του Ιούδα, του πάπα. Η ουσία της πτώσεως εις την αμαρτίαν είναι πάντοτε η ιδία: το να θέλη κανείς να γίνη καλός διά του εαυτού του». έτσι όμως εξισώνεται ο άνθρωπος με τον Διάβολο, ο οποίος θέλησε και αυτός να γίνει θεός διά του εαυτού του. Η ουσία της αμαρτίας συνίσταται σ' αυτήν ακριβώς την αλαζονική αυταπάτη. Αυτό είναι η ουσία του ιδίου του Διαβόλου, το να μη θέλει τίποτε έξω απ' αυτόν, αλλά να μένει μόνος του, ερμητικά κλεισμένος έναντι του Θεού47. Η πτώση του πάπα έγκειται στο ότι θέλει να αντικαταστήσει τον Θεάνθρωπο με άνθρω­πο48. Με το δόγμα του αλαθήτου ο πάπας σφετερίσθηκε όλη την εξουσία και τα δικαιώματα που ανήκουν στον Θεάνθρωπο και αυτοανακηρύχθηκε Εκκλησία εν τη παπική εκκλησία, ιδιόμορφος Παντοκράτωρ. γι' αυτό το δόγμα του αλαθήτου του πάπα απέβη το κεντρικό δόγμα του Παπισμού, το οποίο δεν θα αποκηρυχθεί, έως ότου ο πάπας είναι πάπας του ουμανιστικού Παπισμού49. Ο πυρήνας του δόγματος του αλαθή­του του πάπα = του ανθρώπου είναι η αποθεανθρωποίηση του ανθρώπου, πράγμα που επιδιώκουν όλοι οι ουμανισμοί, ακόμη και οι θρησκευτικοί. έτσι επανέρχεται ο άνθρωπος στην ειδωλολατρία, στην πολυθεΐα, στον διπλό, φυσικό και πνευματικό, θάνατο. Απομακρυνόμενος από τον Θεάνθρωπο ο κάθε ουμανισμός μετατρέπεται σε μηδενισμό50. Με το δόγμα του παπικού αλαθήτου έγινε δόγμα ο ειδωλολατρικός ουμανισμός, διότι έτσι δογματοποιήθηκε η παναξία, το παγκριτήριο του ουμανιστικού πολιτισμού «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος»51. Η σμίκρυση του Χριστιανισμού σε ουμανισμό έχει βέβαια απλοποιήσει τον Χριστιανισμό, ταυτόχρονα, όμως, τον έχει καταστρέψει52.
        Η ιδιαιτερότητα του Παπισμού έγκειται στην τόλμη του να αναγάγει σε δόγμα τον σατανικό πόθο του ανθρώπου να αυτοθεωθεί. λέγει ο π. Ιουστίνος ότι θεωρούμενοι από την σκοπιά του αεί ζώντος Θεανθρώπου, του ιστορικού Κυρίου Ιησού, όλοι οι ανθρωπισμοί μοιάζουν με εγκληματικές ουτοπίες, διότι όλοι φονεύουν και εξοντώνουν τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα. Το έργο όμως αυτό έχει αναχθεί, με το αλάθητο του πάπα, σε δόγμα53. Το αλάθητο είναι φυσικόν θεανθρώπινον ιδίωμα και φυσική θεανθρώπινη λειτουργία της Εκκλησίας. Με το δόγμα του αλαθήτου ο πάπας κατέλαβε την θέση του Θεανθρώπου. Για την Αληθινή Εκκλησία του Χριστού «... το δόγμα περί του αλαθήτου του πάπα είναι όχι μόνον αίρεσις, αλλά και παναίρεσις. Διότι καμμία άλλη αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσο ριζοσπαστικώς και ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας του... το δόγμα αυτό είναι αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού... η πλέον φρικτή εξορία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού από της γης... νέα προδοσία, νέα σταύρωσις του Κυρίου, μόνον ουχί επί του ξυλίνου, αλλ' επί του χρυσού σταυρού του παπικού ουμανισμού. Και ταύτα πάντα είναι κόλασις, κόλασις διά το άθλιον γήινον ον, που λέγεται άνθρωπος»54. Η στροφή προς τον ουμανισμό είναι η ατμόσφαιρα εντός της οποίας ζη και προς την οποία στρέφεται η ανθρώπινη πεπτωκυία φύση. Η Ορθόδοξος Εκκλησία, όμως, ποτέ δεν δογματοποίησε οποιονδήποτε ουμανισμό. η τραγωδία της δυτικής χριστιανωσύνης αντιθέτως έγκειται στο ότι προσπάθησε διορθώνοντας το πρόσωπο του Θεανθρώπου ή και αρνούμενη αυτό να εισαγάγει τον δαιμονισμένο ουμανισμό και μάλιστα στην καρδιά της Εκκλησίας, η οποία έχει ως σκοπό την καταπολέμηση του ουμανισμού. «Είναι φοβερόν και μόνον να σκεφθή κανείς πόσον μάλλον να ειπή, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον το μοναδικόν "εργαστήριον της σωτηρίας" εις τον κόσμον τούτον μεταβάλλεται βαθμηδόν εις δαιμονοποιημένον "εργαστήριον" εκβιασμού ανθρωπίνων συνειδήσεων και απανθρωπίας... Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία ουδέν δηλητήριον, ουδεμίαν αμαρτίαν, ουδένα ουμανισμόν, ουδέν επίγειον κοινωνικόν σύστημα ανεκήρυξεν εις δόγμα»55.
        Τα πράγματα, λοιπόν, είναι τελείως διαφορετικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία: «Ποία είναι η ουσία της Ορθοδοξίας; - Ο Θεάνθρωπος Χριστός-... Παντού ο Θεός έχει την πρώτην θέσιν και ο άνθρωπος την δευτέραν. ο Θεός οδηγεί, ο άνθρωπος οδηγείται. ο Θεός ενεργεί, ο άνθρωπος συνεργεί»56. Οι ορθόδοξοι δεν κηρύττουν ποτέ τον εαυτό τους. ποτέ δεν καυχώνται για τον άνθρωπο. ποτέ δεν ειδωλοποιούν τον ανθρω­πισμό57. Η Προσωπικότητα του Θεανθρώπου, μέσα στην θεαν­δρική τελειότητά της είναι αιωνίως καινούργια και νεανική, γι' αυτό δεν μπορεί ούτε να ανταλλάσσεται ούτε να αντικαθίσταται. Ο αγώνας για τον Θεάνθρωπο είναι αγώνας για τον άνθρωπο. όχι οι ουμανιστές, αλλά οι άνθρωποι της θεανθρώπινης πίστης αγωνίζονται για τον αληθινό άνθρωπο, τον θεοειδή και χριστοειδή58. Οι ορθόδοξοι άνθρωποι είναι συνεργοί και μόνο του Αγίου Πνεύματος, συνεργοί οι οποίοι με την προσευχή ακούν τί το Πνεύμα λαλεί, οι οποίοι συνεχώς ποιούν εκείνο που θέλει το Πνεύμα, οι οποίοι ελέγχουν τις σκέψεις και τα λόγια τους συνεχώς διά του Πνεύματος59.
        Ο Προτεσταντισμός εμφανίζεται ως διαμαρτυρία εναντίον της παπικής εκκλησίας. Ο Γέρων Ιουστίνος είναι πεπεισμένος ότι ο ίδιος ο Παπισμός αποτελεί τον πρώτο Προτεσταντισμό (διαμαρτύρηση): «Και πράγματι, η πρώτη ριζική διαμαρτυρία εναντίον της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας πρέπει να αναζητηθή εις τον παπισμόν, ουχί εις τον λουθηρανισμόν. Και εις αυτήν την διαμαρτυρίαν (protest) έγκειται ο πρώτος προτεσταντισμός». Με το δόγμα του αλαθήτου ο πάπας ανακηρύχθηκε ανώτερος όχι μόνον του ανθρώπου, αλλά και των Αγίων Αποστόλων, των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. με τέτοια αποστασία ο πάπας υπερέβη και τον Λούθηρο, τον δημιουργό του προτεσταντικού μινιμαλισμού. οι προτεστάντες απλώς αποδέχθηκαν το δόγμα του αλαθήτου και το ανέπτυξαν σε τρομερές διαστάσεις και λεπτομέρειες. κάθε προτεστάντης γίνεται αλάθητος στα ζητήματα πίστεως, κατά το παράδειγμα του αλαθήτου ανθρώπου της Ρώμης. Ο Προτεσταντισμός είναι λοιπόν ένας Παπισμός εφαρμοσμένος και ταυτόχρονα εκλαϊκευμένος. του λείπουν η μυστική διάσταση, η αυθεντία και η εξουσία60. Ως πιστό τέκνο του Παπισμού ο Προτεσταντισμός πέφτει λόγω της ορθολογιστικής σχολαστικής του δια μέσου των αιώνων από την μία αίρεση στην άλλη και πνίγεται στα διάφορα δηλητήρια των αιρετικών πλανών του. «Η παπιστική υψηλοφροσύνη και η "αλά­θητος" αφροσύνη βασιλεύει απολυταρχικώς και ερημώνει τας ψυχάς των πιστών του». Ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για όλους τους ψευδοχριστιανισμούς, για τις ψευδοεκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα στον Οικουμενισμό βρίσκεται η καρδιά όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών, με κέντρο τον Παπισμό61.
       Μόνη λύση είναι η μετάνοια. όπως για κάθε αμαρτία, έτσι και για την «παναμαρτία» του Παπισμού, η οποία περιέχεται εις το αλαζονικό δόγμα περί του αλα­θήτου του πάπα, και για τις αμαρτίες των ουμανισμών σωτηρία προσφέρει μόνο η μετάνοια, η οποία μπορεί να μεταμορφώσει τον «αλάθητο» ευρωπαίο ουμανιστικό άνθρωπο και να τον σώσει από κάθε αμαρτία, κάθε κακό, κάθε κόλαση, κάθε Διάβολο, κάθε ουμανιστικό ορθολογισμό62. «Εις το ουμανιστικόν πάνθεον της Ευρώπης όλοι οι θεοί είναι νεκροί, με επί κεφαλής τον ευρωπαϊκόν Δία. Νεκροί, έως ότου εις την μαραμένην καρδίαν των ανατείλη η μέχρι τελείας αυταπαρνήσεως μετάνοια, με τας αστραπάς και τας οδύνας της του Γολγοθά, με τους αναστασίμους σεισμούς και τας μεταμορφώσεις της, με τας καρποφόρους της θύελλας και αναλήψεις. Και τότε; Τότε θα είναι ατελείωτοι αι δοξολογίαι των προς τον αεί ζωοποιόν και θαυματουργόν Θεάνθρωπον, τον όντως μόνον Φιλάνθρωπον εις όλους τους κόσμους»63.

3. Λευκή Δαιμονία η Ευρώπη
       Επισφραγίζοντας τα λεγόμενά του για τον ανθρωπιστικό Οικουμενισμό, ο Γέρων Ιουστίνος παραθέτει αυτούσια μερικά λόγια του ομολογητού επισκόπου Αχρίδος και Ζίτσης Νικολάου64 σχετικά με την πνευματική κατάσταση της Ευρώπης κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. μερικά εξ αυτών, σχετιζόμενα με το θέμα μας, παραθέτουμε αυτούσια.
        »Τί είναι η Ευρώπη; Είναι η επιθυμία και πόθος της εξουσίας και της ηδονής και η γνώσις. Αμφότερα ανθρώπινα: η ανθρωπίνη επιθυμία και πόθος και η ανθρωπίνη γνώσις. Και τα δύο προσωποποιούνται εις τον πάπαν και εις τον Λούθηρον. Τί είναι λοιπόν η Ευρώπη; Ο πάπας και ο Λούθηρος. Χορτασμέναι αι ανθρώπιναι επθυμίαι εις το έπακρον, και χορτασμένη η ανθρωπίνη γνώσις εις το έπακρον. Ο ευρωπαϊκός πάπας είναι η ανθρωπίνη επιθυμία της εξουσίας. Ο ευρωπαϊκός Λούθηρος, η πείσμων απόφασις του ανθρώπου τα πάντα να εξηγηθούν με τον νουν του.«
        »Ο Παπισμός χρησιμοποιεί την πολιτικήν, επειδή μόνον δι' αυτής αποκτά τις την εξουσίαν. Ο Λουθηρανισμός χρησιμοποιεί την φιλοσοφίαν και την επιστήμην, επειδή νομίζει ότι αυτός είναι ο δρόμος δια να αποκτήση τις την σοφίαν. Ούτως, η επιθυμία εκήρυξε τον πόλεμον κατά της γνώσεως και η γνώσις κατά της επι­θυμίας65. Τούτο είναι η Ευρώπη. Εις την εποχήν μας όμως ήλθε μία νέα γενεά Ευρωπαίων, η οποία ενύμφευσε την επιθυμίαν με την γνώσιν και απέρριψε και τον πάπαν και τον Λούθηρον... Η ανθρωπίνη επιθυμία και η ανθρωπίνη σοφία εστεφανώθησαν εις τας ημέρας μας και ούτω συνήφθη γάμος, ο οποίος δεν είναι ούτε ρωμαιοκαθολικός ούτε λουθηρανικός, αλλ' οφθαλμοφανώς και δημοσίως σατανικός. Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι πλέον ούτε παπική ούτε λουθηρανική. Είναι υπεράνω και εκτός τούτων. Είναι ολοτελώς επίγειος, χωρίς έστω και τον πόθον να ανεβαίνη εις τον ουρανόν, είτε με το διαβατήριον του αλαθήτου πάπα είτε πάλιν δια της κλίμακος της προτεσταντικής σοφίας. Αρνείται εντελώς το ταξίδιον εκ του κόσμου τούτου. Επιθυμεί να παραμείνη εδώ. Επιθυμεί να είναι ο τάφος της όπου και το λίκνον της. Δεν γνωρίζει περί άλλου κόσμου. Δεν αισθάνεται την ουράνιον ευωδίαν. Δεν βλέπει εις τον ύπνον της τους Αγγέλους και τους Αγίους. Δια την Θεοτόκον δεν θέλει να ακούση. Η ακολασία την στερεώνει εις το μίσος κατά της παρθενίας.«
        »Ο βασιλεύς αντίχριστος αποτελεί την αρχήν του ΙΘ' αιώνος. Ο πάπας, αντίχριστος, αποτελεί την μέσην του ιδίου αιώνος. Οι φιλόσοφοι της Ευρώπης, αντίχριστοι (από το φρενοκομείον) αποτελούν το τέλος του αυτού αιώνος: Ναπολέων ο Βοναπάρ­της66, ο Πίος67, ο Νίτσε68. Τρία μοιραία ονόματα των τριών μεγαλυτέρων αρρώστων της κληρονομημένης ασθενείας... Ο καίσαρ, ο ποντίφηξ και ο φιλόσοφος... και μάλιστα όχι εις την αρχαίαν ειδωλολατρικήν Ρώμην, αλλ' εις την καρδίαν της βαπτισμένης Ευρώπης! Δεν είναι αυτοί οι νικηταί, αλλ' οι πλέον νικημένοι. Όταν ο Βοναπάρτης εγέλασεν εμπρός εις τους αγίους ναούς του Κρεμλί­νου69, και όταν ο Πίος ανεκηρύχθη αλάθητος, και όταν ο Νίτσε ανεκοίνωσε δημοσίως την λατρείαν του εις τον Αντίχριστον, τότε εσκοτίσθη ο ήλιος εις τον ουρανόν... Ποιος είναι τότε ο νικητής, αν όχι ο καίσαρ, ο ποντίφηξ και ο φιλόσοφος της αποχριστιανοποιημένης Ευρώπης; Ο νικητής είναι ο χωρικός των Βαλκανίων και ο Ρώσος μουζίκος70. Ποίος ήταν ο πλέον άγνωστος και ασήμαντος και μικρότερος κατά τον ΙΘ' αιώνα, τον αιώνα του μεγάλου Ναπολέοντος και του αλαθήτου Πίου και του απροσίτου Νίτσε, ποίος, αν μη ο Ρώσος μουζίκος, προσκυνητής «των Αγίων Τόπων», και ο χωρικός των Βαλκανίων, πολεμιστής εναντίον της ημισελήνου και απελευθερωτής των Βαλκανίων71; Διαβολικόν πεδίον μάχης, διαβολικόν ιερατείον και διαβολική σοφία, τούτο είναι ο καίσαρ, ο πάπας και ο φιλόσοφος του ΙΘ' αιώνος. Ο ορθόδοξος χωρικός των Βαλκανίων παρουσιάζει το τελείως αντίθετον τούτων: πρώτον, τον σταυροφόρον ηρωϊσμόν, δεύ­τερον, το μαρτυρικόν ιερατείον, και τρίτον, την αλιευτικήν αποστολικήν σοφίαν.«
        »Εάν θα είχε μείνει η Ευρώπη χριστιανική, θα εκαυχάτο δια τον Χριστόν και όχι για τον πολιτισμόν της. Και οι μεγάλοι λαοί της Ασίας και της Αφρικής, αβάπτιστοι μεν, αλλά με έφεσιν και τάσιν πνευματικήν, θα ηδύναντο να κατανοήσουν τούτο και να το εκτιμήσουν. Διότι και οι λαοί αυτοί καυχώνται έκαστος δια την πίστιν του, δια την θεότητά του, δια τα θρησκευτικά βιβλία του... Μόνον οι λαοί της Ευρώπης δεν καυχώνται δια τον Χριστόν και δια το Ευαγγέλιόν Του, αλλά δια τας επικινδύνους μηχανάς των και τα ευτελή προϊόντα των χειρών των, δηλαδή δια τον πολιτισμόν και την κουλτούραν των. Το αποτέλεσμα αυτής της ευρωπαϊκής αυτοκαυχήσεως με την περιβόητον «κουλτούραν», είναι το μίσος όλων των μη χριστιανικών λαών εναντίον του Χριστού και του Χριστιανισμού. Μισήσαντες το μικρόν εμίσησαν και το πλέον μέγα. Μισήσαντες τα ευρωπαϊκά προϊόντα και τους ανθρώπους, εμίσησαν και τον ευρωπαϊκόν θεόν. Αλλά, αλλοίμονον, αυτό δεν πονά την Ευρώπην, ούτε την στενοχωρεί. Εξ άλλου, η ιδία εμίσησε πρώτη απ' όλους και απέρριψε τον Θεόν της. Εις αυτήν την μη επίζηλον θέσιν έφερε την Ευρώπην η λανθασμένη εξέλιξίς της, υπό την επίδραση μιας λανθασμένης Εκκλησίας, δια μέσου των τελευταίων εννεακοσίων ετών. Δεν ευθύνονται δια τούτο οι λαοί της Ευρώπης. ευθύνην έχουν οι πνευματικοί οδηγοί των λαών. Δεν ευθύνεται το ποίμνιον, αλλ' οι ποιμένες του... Εκτός του Χριστιανισμού η Ευρώπη δεν έχει τίποτε δια να καυχηθή. Χωρίς τον Χριστόν η Ευρώπη είναι ο πτωχότερος επαίτης και ο πλέον αναίσχυντος εκμεταλλευτής του κόσμου τούτου.«
        »Οι φίλαρχοι και υπερήφανοι λαοί της Ευρώπης δεν αναγνωρίζουν ποτέ το σφάλμα των. Έχουν χάσει την έννοιαν της αμαρτίας και της μετανοίας. Δια κάθε κα­κόν εις τον κόσμον την ευθύνην έχει άλλος, αυτοί ποτέ. Πώς θα ηδύναντο αυτοί να διαπράξουν αμαρτίαν, αφού εκάθησαν επί του θρόνου του Θεού και ανεκήρυξαν τους εαυτούς των αλαθήτους θεούς! Πρώτον ανεκήρυξε τον εαυ­τόν του αλάθητον ο θρησκευτικός των ηγέτης, ο πάπας. Το παράδειγμά του, και εις πείσμα του72, το ηκολούθησαν οι άρχοντες της Δύσεως και οι βασιλείς. Όλοι ανεκηρύχθησαν αλάθητοι και οι τον Σταυρόν φορούντες και οι την μάχαιραν φέροντες.«
       »Τί νομίζετε σεις δια την Ευρώ­πην; Η Αφρική και η Ασία ονομάζουν τους Ευρωπαίους, «λευκούς δαίμονας». Επομένως, θα ηδύναντο να ονομάσουν την Ευρώ­πην: Λευκήν Δαιμονίαν. Θα την ωνόμαζον «Λευκήν», ένεκα του χρώματος του δέρματος, «Δαιμονίαν» δε, ένεκα της μελανότητος της ψυχής της... Ούτως, αδελφοί μου, ανέστη ως βρυκόλαξ εις τας ημέρας μας η σατανική Ρώμη, εκείνη η Ρώμη, προ του μεγάλου Κωνσταντίνου, η οποία εδίωκε με πυρ και μάχαιραν τους Χριστιανούς και ημπόδιζε τον Χριστόν να εισέλθη εις την Ευρώπην. Μόνον ότι η Λευκή δαιμονία έχει πέσει εις βαρυτέραν ασθένειαν από την αρχαίαν Ρώμην. Διότι, εάν η ειδωλολατρική Ρώμη, εβασανίζετο από ένα δαίμονα, η Λευκή Δαιμονία βασανίζεται από επτά πονηρά πνεύματα, δεινότερα από εκείνον τον δαίμονα της Ρώμης. Ιδού λοιπόν η νέα ειδωλολατρική Ρώμη, ιδού νέον μαρτύριον δια τον Χριστιανισμόν. Να ήστε έτοιμοι εις μαρτύριον δια τον Χριστόν εκ μέρους της Λευκής Δαιμονίας73.«  


  • 1. Πρόλογος του Καθηγητού Ιωάννη Καρμίρη, εν Αρχιμανδρίτου ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος. Μελετήματα Ορθοδόξου Θεολογίας, έκδ. Αστήρ, Αθήναι 19936, σελ. 3. Εις το εξής ως: Θεάνθρωπος.   
  • 2.    Πρόλογος του πατρός Θεοκλήτου Διονυσιάτου, εν Αρχιμανδρίτου ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο Οικουμενισμός, έκδ. Ιεράς Μονής Αρχαγγέλων Τσέλιε, Βάλιεβο-Σερβία, σελ. 7.9. Εις το εξής ως Εκκλησία.
    Περισσότερα στοιχεία για τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς βλ. εν ΑΛΕΞΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, π. Ιουστίνου Πόποβιτς Βίος και Πολιτεία, έκδ. «Διψώ», Πάτρα 1995.
  • 3.    Ουμανισμός ή ανθρωπισμός καλείται σύστημα ιδεών, το οποίο, στην πρώτη του μορφή, ταυτίζεται με την ιταλική αναγέννηση του 14ου, υπό τους Πετράρχη, Βοκκάκιο, Ραφαήλ, Μιχαήλ-Άγγελο. Με τον ανθρωπισμό επιδιώχθηκε η απαλλαγή της ανθρωπότητας από την μονομέρεια της παπικής εκκλησιαστικής αγωγής, η απόσειση της αυθεντίας της Εκκλησίας και η στροφή προς τον άνθρωπο. Οι ανθρωπιστές, απομακρυνόμενοι από το υπερβατικό, εστράφησαν στην έρευνα της ανθρωπίνης φύσεως, και επέδειξαν μοναδικό ενδιαφέρον για την μελέτη και προβολή των αρχαίων σοφών, τους οποίους δεν έβλεπαν ως ειδωλολάτρες που έζησαν εν τη πλάνη, αλλ' ως φορείς πολιτισμού μοναδικού, ο οποίος έχει ως σκοπό την εγκόσμια χαρά. Ο ανθρωπισμός προέβαλε έναντι του ασκητισμού τις απολαύσεις της ζωής, έναντι της ταπεινώσεως την ελευθέρως και ολοκλήρως ανεπτυγμένη ανθρώπινη προσωπικότητα. Οι ανθρωπιστές πρέσβευαν την δυνατότητα εναρμονίσεως της χριστιανικής και των αρχαίων κλασσικών παραδόσεων, και την βελτίωση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής του ανθρώπου δια της ευσεβείας αλλά και της λογικής. Βέβαια ανθρωπισμός μπορεί να σημαίνει κάθε φιλοσοφικό ή ηθικό σύστημα το οποίο συγκεντρώνεται γύρω από την έννοια της αξιοπρέπειας και ελευθερίας του ανθρώπου. Είναι φανερό πως ο ουμανισμός βλέπει ως πρότυπο ανθρώπου όχι τον Θεάνθρωπο Χριστό, αλλά τον πεπτωκότα, αμαρτωλό, πλην όμως κοσμικά «μορφωμένο» άνθρωπο. Πρόδρομος του ανθρωπισμού και φίλος του Πετράρχη υπήρξε και ο αιρετικός αντιησυχαστής Βαρλαάμ ο Καλαβρός.    
  • 4.    Περισσότερα στοιχεία για τους έναντι των Σέρβων Ορθοδόξων διωγμούς και τις σφαγές εκ μέρους των κροατικών S.S. (Ustashi), τόσο το 1945 όσο και το 1991-93, μπορεί κανείς να βρει στο βιβλίο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΕΦΤΙΤΣ, Σέρβοι Νεομάρτυρες στον 20ο αιώνα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1994. Πρβλ. και ΓΙΑΝΝΗ ΖΕΡΒΟΥ, «Θρησκευτικός πόλεμος κατά της βαλκανικής Ορθοδοξίας», Βαλκάνια και Ορθοδοξία, εκδ. Μήνυμα, Αθήνα 1993, σσ. 54-63, Μητροπολίτου ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΜΠΟΥΛΟΒΙΤΣ, «Το σημερινό δράμα της Σερβίας και η δοκιμασία της Ορθοδοξίας», Βαλκάνια και  Ορθοδοξία, εκδ. Μήνυμα, Αθήνα 1993, σσ. 102-116, ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Έλληνες και Σέρβοι, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1996, σσ. 93-103, ΑΛΕΞΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, Ο Νεομάρτυρας Πλάτων, Επίσκοπος Μπανιαλούκα, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 1996.     
  • 5.    Αρειανισμός ονομάζεται η διδασκαλία η οποία εμφανίζεται στο πρόσωπο του πρεσβυτέρου της Αλεξανδρείας Αρείου, το 318 μ.Χ. Την διδασκαλία του Αρείου, η οποία συνοψίζεται κυρίως στο ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού και Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά μόνον το ανώτερο κτίσμα (δημιούργημα), κατεδίκασε η Α' Οικουμενική Σύνοδος (Μάιος 325 μ.Χ.), υποστηρίζοντας την εκκλησιαστική πίστη πως ο Υιός είναι της ιδίας φύσεως - ουσίας με τον Πατέρα («ομοούσιος τω Πατρί»), και συνεπώς Θεός.   
  • 6.    Ματθ. 4, 1-11. Λουκ. 4, 1-13.
  • 7.    Θεάνθρωπος, σελ. 133 ε.
  • 8.    Θεάνθρωπος, σελ. 137.
  • 9.    Θεάνθρωπος, σελ. 139.
  • 10.  Θεάνθρωπος, σελ. 138.
  • 11.  Θεάνθρωπος, σελ. 136.
  • 12.  Θεάνθρωπος, σελ. 142.
  • 13.  Θεάνθρωπος, σελ. 140-142.
  • 14.  Σχετικοκρατία ή σχετικισμός (relativismus): κατά την ειδική έννοια σχετικοκρατία ονομάζεται η θεωρία που διατείνεται πως δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια, ανεξάρτητη από πρόσωπα, τόπο, χρόνο κ.ά. Η αλήθεια της σχετικοκρατίας μεταβάλλεται σύμφωνα με την εποχή, την κοινωνία, τον πολιτισμό κ.ά. παράγοντες. Κύριοι εκπρόσωποι της σχετικοκρατίας στην αρχαιότητα υπήρξαν οι σοφιστές, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι μέτρο για την αξιολόγηση όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος («πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος») και οι σκεπτικοί. Η ηθική σχετικοκρατία αρνείται την ύπαρξη απολύτων ηθικών αξιών και γενικώς ισχυόντων ηθικών κανόνων.
  • 15.  Θεάνθρωπος, σελ. 142.
  • 16.  «Όλων των πραγμάτων κριτήριο είναι ο άνθρωπος». το προαναφερθέν αξίωμα των αρχαίων σοφιστών. Οι σοφιστές προσάρμοζαν πάντα την αλήθεια σε αυτό που ήθελαν να υποστηρίξουν. Λόγω της τακτικής αυτής δόθηκε το όνομα «σοφιστεία» σε κάθε παραπλανητική και «τραβηγμένη» επιχειρηματολογία.
  • 17.  Θεάνθρωπος, σελ. 149 ε.
  • 18.  Εκκλησία, σελ. 151.]
  • 19.  Θεάνθρωπος, σελ. 107.
  • 20.  Αποκ. 21, 8. 20, 14.
  • 21.  Θεάνθρωπος, σελ. 149.
  • 22.  Θεάνθρωπος, σελ. 155 ε. Βλ. και σελ. 153· «Ο εγωισμός και η φιλαυτία ενηγκαλισμένα εις όλην την αιωνιότητα, δηλαδή η κόλασις. Τοιούτος είναι κατ' ουσίαν και ο ουμανιστικός άνθρωπος: όλος μένει εις τον εαυτόν του, με τον εαυτόν του, δια τον εαυτόν του. πάντοτε πεισμόνως κλειστός έναντι του Θεού».
  • 23.  Θεάνθρωπος, σελ. 148.
  • 24.  Εκκλησία, σελ. 161.
  • 25.  Εκκλησία, σελ. 139.
  • 26.  Εκκλησία, σελ. 148 ε.
  • 27.  Εκκλησία, σελ. 141.
  • 28.  Εκκλησία, σελ. 201 ε.
  • 29.  Θεάνθρωπος, σελ. 143.
  • 30.  Σχολαστικισμός ή σχολαστική θεολογία: το θεολογικό σύστημα που κυριάρχησε στην παπική Εκκλησία από τον 10ο έως τον 14ο αι. οφείλει το όνομά του στις Σχολές όπου καλλιεργήθηκε, οι οποίες οργανώθηκαν στην Δύση σε παλάτια ηγεμόνων, σε αρχιεπισκοπές και μοναστήρια. Βασικά γνωρίσματα του σχολαστικισμού είναι η κατανόηση και ερμηνεία των θεολογικών αληθειών βάσει της αριστοτελικής φιλοσοφίας και η αντίληψη περί σωτηρίας του ανθρώπου ως «ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης» η οποία προσεβλήθη από την ανθρώπινη αμαρτία. Η φιλοσοφική διαλεκτική μέθοδος υπήρξε αιτία και της εισαγωγής του δόγματος του Filioque («και εκ του Υιού») στο Σύμβολο της Πίστεως από τους δυτικούς. Εισηγητής του σχολαστικισμού θεωρείται ο Άνσελμος Καντερβουρίας. ανάμεσα στους γνωστότερους σχολαστικούς συγκαταλέγονται ο Πέτρος Αβαιλάρδος, ο Πέτρος Λομβαρδός, ο Ιωάννης Βοναβεντούρα, ο Αλβέρτος Μάγνος και ο Θωμάς Ακινάτης. Την σχολαστική θεολογία καταδίκασε η Ορθόδοξη Εκκλησία δια του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στο πρόσωπο του Βαρλαάμ του Καλαβρού και των άλλων αντιησυχαστών, στα μέσα του 14ου αι. (Συνοδικοί Τόμοι 1341, 1347, 1351).
  • 31.  Η Ιερά Εξέταση ιδρύθηκε από τον πάπα Γρηγόριο τον Θ' το 1231, ως ειδικό όργανο για την επισήμανση των αιρετικών, επανδρώθηκε δε κυρίως από Δομινικανούς μοναχούς. Το 1252 ο πάπας Ιννοκέντιος ο Δ' επέτρεψε την ανεξέλεγκτη χρήση βασανιστηρίων από τους ιεροεξεταστές. Το 1478 ιδρύθηκε η ισπανική Ιερά Εξέταση για την δίωξη των Εβραίων, των Μουσουλμάνων και των αιρετικών της Ισπανίας. Η οργάνωση αυτή έδρασε και κατά τους χρόνους της Μεταρρυθμίσεως.
  • 32.  Καζουϊστική (από το λατ. casus = περίσταση): Ηθική μέθοδος που αναπτύχθηκε κυρίως στους χρόνους της σχολαστικής θεολογίας και φιλοσοφίας. Η καζουϊστική ηθική ενδιαφέρεται για την εφαρμογή στερεότυπων τρόπων συμπεριφοράς σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Στα χρόνια του σχολαστικισμού κυκλοφόρησαν οι Summae casuum conscientiae, τα πρώτα εγχειρίδια της καζουϊστικής ηθικής, ένα είδος βιβλίου καλής χριστιανικής συμπεριφοράς. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι δυνατό να δίνεται βάρος μεμονωμένα στην εξωτερική συμπεριφορά ανεξαρτήτως της εσωτερικής πνευματικής εργασίας, από την οποία πηγάζουν και την οποία εκφράζουν, παράλληλα δε και ενισχύουν τα εξωτερικά έργα. η μεμονωμένη σημασία στην εξωτερική συμπεριφορά είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει σε φαρισαϊσμό ή σχιζοφρένεια. Κατά τους λόγους του Κυρίου, πρέπει να πλυθεί το εσωτερικό του ποτηρίου για να είναι και το εξωτερικό καθαρό (Ματθ. 23, 26). Άλλωστε η αγιοπνευματική αρετή της διακρίσεως υποδεικνύει στον πνευματικό οδηγό καθενός πιστού τρόπους εφαρμοστέας συμπεριφοράς, που ενδέχεται να διαφέρουν σε περιπτώσεις που απλώς μοιάζουν ανάλογες, ώστε να μην είναι δυνατό να ομαδοποιηθούν επακριβώς οι τρόποι συμπεριφοράς και να κατευθύνονται βάσει ενός βιβλίου.
  • 33.  Εκκλησία, σελ. 176-178. Βλ. και Θεάνθρωπος, σελ. 128.
  • 34.  Εκκλησία, σελ. 167. Θεάνθρωπος, σελ. 128.
  • 35.  Εκκλησία, σελ. 194.
  • 36.  Πρβλ. και Εκκλησία, σελ. 167. «Εις τον γυμνόν ανθρωπισμόν της Ευρώπης, ο οποίος έχει θρησκευτικάς ρίζας (το αλάθητον του πάπα, το οποίον εις τον Προτεσταντισμόν εξελίσσεται εις το αλάθητον του κάθε ατόμου), το πρωτείον το απέκτησε το άτομον».
  • 37.  Διαφωτισμός: Διαφωτισμό εννοούμε κυρίως το κίνημα των Γάλλων εγκυκλοπαιδιστών του 18ου αι. (Βολταίρου, Ρουσσώ, Μοντεσκιέ, Ντιντερό), το οποίο χαρακτηριζόταν από την εμπιστοσύνη στη φύση του ανθρώπου με κέντρο την λογική και από την πολεμική εναντίον όλων των οργανωμένων κοινωνικών σχημάτων, της επίσημης θρησκείας και των απολυταρχικών πολιτικών συστημάτων.    
  • 38.  Θετικισμός: επιστημονικό ρεύμα με εισηγητή τον Αύγουστο Κοντ (1798-1857). Κατά τον θετικισμό η επιστήμη είναι ικανή να κατακτήσει τον κόσμο και να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις «νηπιακές του παραστάσεις», δηλ. τις θεολογικές και μεταφυσικές του αντιλήψεις.
  • 39.  Η Α' Βατικάνειος Σύνοδος (1869-1870), η θεωρουμένη από τους παπικούς ως 20η Οικουμενική, διετύπωσε στις 18 Ιουλίου 1870 το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο πάπας, όταν «από καθέδρας ομιλεί», χάρη στην θεία επιστασία «απολαύει του αλαθήτου» και οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε μεταρρύθμιση από κανένα. Η εισαγωγή του δόγματος αυτού υπήρξε και η αιτία αποσχίσεως πιστών του παπισμού, οι οποίοι απετέλεσαν την Εκκλησία των Παλαιοκαθολικών (Σύνοδος της Ουτρέχτης 1889).   
  • 40.  Θεάνθρωπος, σελ. 129.
  • 41.  Θεάνθρωπος, σελ. 150.
  • 42.  Θεάνθρωπος, σελ. 128. Πρβλ. και σελ. 152.
  • 43.  Έλαβε χώρα από το 1962 έως 1965. μεταξύ άλλων διεκήρυξε εκ νέου το αλάθητο του παπά.
  • 44.  Θεάνθρωπος, σελ. 156 ε.
  • 45.  Θεάνθρωπος, σελ. 158.
  • 46.  Θεάνθρωπος, σελ. 128.
  • 47.  Θεάνθρωπος, σελ. 152.
  • 48.  Θεάνθρωπος, σελ. 153.
  • 49.  Θεάνθρωπος, σελ. 152.
  • 50.  Θεάνθρωπος, σελ. 157.
  • 51.  Θεάνθρωπος, σελ. 150.
  • 52.  Θεάνθρωπος, σελ. 128.
  • 53.  Θεάνθρωπος, σελ. 157.
  • 54.  Θεάνθρωπος, σελ. 158 ε.
  • 55.  Εκκλησία, σελ. 181-183.
  • 56.  Θεάνθρωπος, σελ. 118.
  • 57.  Θεάνθρωπος, σελ. 124.
  • 58.  Θεάνθρωπος, σελ. 130 ε.
  • 59.  Θεάνθρωπος, σελ. 125.
  • 60.  Θεάνθρωπος, σελ. 126 ε. Πρβλ. και σελ. 158. «ο παπισμός είναι ο πρώτος προτεσταντισμός, κατά τους λόγους του οραματιστού της αληθείας Χομιάκωφ».
  • 61.  Εκκλησία, σελ. 224 ε.
  • 62.  Θεάνθρωπος, σελ. 159 ε.
  • 63.  Θεάνθρωπος, σελ. 157.
  • 64.  Ο Επίσκοπος Αχρίδος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1880-1956), καθηγητής και πνευματικός του Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς. Κατά την γερμανική κατοχή διετέλεσε κρατούμενος στο Νταχάου, μαζί με τον Πατριάρχη Σερβίας Γαβριήλ και τον Επίσκοπο Δαλματίας Ειρηναίο. Μαζί με τον Γέροντα Ιουστίνο υπήρξε υποστηρικτής του κινήματος των bogomoljaca, των απλών ανθρώπων του λαού που ασκούσαν αυστηρή ασκητική ζωή, η οποία ενισχυόταν από τακτικές επισκέψεις σε μοναστήρια.
  • 65.  Εννοεί την διαμαρτύρηση (προτεσταντισμό) εναντίον του παπισμού και την δημιουργία των προτεσταντικών εκκλησιών, με τις μεταρρυθμιστικές ενέργειες των Λουθήρου, Ζβιγγλίου και Καλβίνου κατά τον 16ο αι.
  • 66.  Ο γνωστός Γάλλος αυτοκράτωρ Ναπολέων ο Α' (1769-1821).
  • 67.  Ο πάπας Πίος ο Θ'. Επί των ημερών του (1846-1878) η Α' Βατικάνειος Σύνοδος (1869-1870), η θεωρουμένη από τους παπικούς ως 20η Οικουμενική, διετύπωσε στις 18 Ιουλίου 1870 το δόγμα του αλαθήτου του πάπα.
  • 68.  Φρειδερίκος Νίτσε (1844-1900). Γερμανός φιλόσοφος, υιός προτεστάντου ιερέως. Κατά τον Νίτσε ο άλλος κόσμος είναι μία ψευδαίσθηση. ο άνθρωπος αντί να λατρεύει άλλους θεούς, πρέπει να μεριμνήσει για την δική του ανύψωση σε «υπεράνθρωπο». Ο «υπεράνθρωπος» του Νίτσε είναι ο άνθρωπος ο οποίος φλογίζεται από πάθη, που δεν τα καταπολεμεί, αλλά τα χρησιμοποιεί δημιουργικώς. Ο Νίτσε διεγίνωσκε έχθρα στην καρδιά της χριστιανικής πίστεως. κατ' αυτόν, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί συγκεκριμένη ηθική σε όλους τους ανθρώπους. Το έργο του επηρέασε πολλούς μεταγενεστέρους, ανάμεσα στους οποίους, ο Έρμαν Έσσε, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Σίγκμουντ Φρόυντ. Οι Ναζί έκαναν χρήση των θεωριών του και δημοσίευσαν έργα του. Το 1889, ένδεκα χρόνια πριν πεθάνει, ο Νίτσε έπεσε σε παραφροσύνη.
  • 69.  Η εισβολή της «Μεγάλης Στρατιάς» του Ναπολέοντος στην Ρωσία άρχισε στις 22 Ιουν. του 1812. η Μόσχα  κατελήφθη από τα στρατεύματά του στις 14 Σεπτ. Στις 26 Δεκ. ο Ναπολέων υποχώρησε ηττημένος από την Ρωσία. από τους 610.000 άνδρες του, χάθηκαν στην εκστρατεία υπέρ τους 550.000.
  • 70.  Μουζίκος ονομάζεται ο Ρώσος χωρικός.
  • 71.  Τα Βαλκάνια απελευθερώθηκαν από την τουρκική κυριαρχία τον 19ο αι. Συγκεκριμένα η Σερβία έγινε πρώτα αυτόνομο κράτος (1830) και έπειτα βασίλειο (1882).
  • 72.  Στον λεγόμενο αγώνα «Περί περιβολής» (11ος-12ος αι.) ο παπισμός προσπάθησε να καθιερώσει το δικαίωμα του πάπα να ασκεί εξουσία όχι μόνο στα εκκλησιαστικά, αλλά και στα πολιτικά πράγματα, και να αποτρέψει τις αντίθετες καισαροπαπικές τάσεις του γερμανικού θρόνου.
  • 73.  Εκκλησία, σελ. 239, 241, 242-244, 244ε., 249ε., 252ε.
    Η τελευταία αυτή φράση - προφητεία του μακαριστού Επισκόπου Αχρίδος, έχει ήδη εν μέρει εκπληρωθεί για τους Σέρβους ορθοδόξους αδελφούς μας της Κροατίας, Κράινα, Βοσνίας και εσχάτως του Κοσσυφοπεδίου. Άρα γε τί ετοιμάζουν και για τους υπολοίπους Ορθοδόξους οι κεφαλές της «Λευκής Δαιμονίας»;    
  
"ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ"
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΤΕΥΧΟΣ 4 . ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1999

Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς

Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς



Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
Η χριστοειδής καρδία του κόσμου

Και δω σε μας δουλεύουν σκληρά μα δουλεύουν δίχως προσευχή. Και σε μας υπάρχει σκέψη μα σκέ­ψη δίχως προσευχή. Φαίνεται πώς όλοι, συνειδητά και ασυνείδητα, πασχίζουν να αλλάξουν την από Χριστού δοσμένη οικονομία της εκκλησιαστικής ζωής, να την φτιάξουν κατ' εικόνα και ομοίωση δική τους. Στην θέση της εικόνος του Χριστού ν' αποτυπώσουν την δική τους εικόνα, να καταλάβουν το μέρος της ει­κόνος. Όλα αυτά όμως, λίγο ή πολύ, αγγίζουν τα όρια της ανταρσίας: απέρριψαν τον από Χριστού ορισμένο οικονόμο, την προσευχή, από τον οίκο της προσευ­χής και νευρικά εισήγαγαν τούς νομικούς και συνταγ­ματικούς και τούς επιστημοφιλοσοφικούς οικονό­μους, αυτούς τούς στερημένους από χάρη και προσευ­χή·

Είναι φοβερά και απελπιστικά πολλοί, πάμπολλοι εκείνοι πού εξυμνούν (θεοποιούν) το «πνεύμα των και­ρών», το ενθρονίζουν στην καθέδρα της διανοίας τους, το προσκυνούν ως βασιλέα και θεό τους, του προσφέρουν θυσίες νομίζοντας ότι προσφέρουν υπη­ρεσία στον Χριστό. Γι' αυτούς δεν είναι το Αιώνιο κριτήριο για τον χρόνο, αλλά ό χρόνος για την αιωνιότητα. Δεν νιώθουν πώς ό χρόνος δίχως την Αιω­νιότητα είναι το πιο φρικιαστικό μεταφυσικό τέρας το όποιο σχεδιάζει κακοποιημένες φιγούρες της ζωής παρμένες από το φυσικό χώρο, πλάθει την ύλη σαν άλλο ζυμάρι και την καταβροχθίζει με λαιμαργία. Και ό Χριστός; Αυτός ό περίεργος Χριστός; - Για την χριστομάχο υψηλοφροσύνη δεν είναι παρά μία τελειωμέ­νη ιστορία στα μεθυσμένα στόματα της τραγωδίας πού έχει μεθύσει τον πλανήτη.

* Ό Χριστός, ή απτή Του παρουσία, το θελκτικό Του πρόσωπο, είναι για μένα ή αναγκαιότερη των α­ναγκαιοτήτων. Ποθώντας συνεχώς Εκείνον, πώς να μην αποκάμει ή ψυχή μου στην προσευχή; Μα μήπως μπορώ να Τον προσεγγίσω και αλλιώς παρά μονάχα με την προσευχή; Ποιος είμαι εγώ για να φιλοσοφή­σω, για να φιλοσοφώ περί Εκείνου δίχως προσευχή;


Ανθρωποφάγοι ή η αγάπη της αυτοθυσίας

* Σήμερα, λίγοι είναι οι άνθρωποι πού έχουν υγιή φιλοσοφική αίσθηση. Συνήθως, τα γεγονότα εκτιμώ­νται αποσπασματικά και πολύ σπάνια, μέσα στην ορ­γανική τους πληρότητα. Ή εγωιστική αυτοτύφλωση, ατομικού, εθνικού ή και ταξικού χαρακτήρα, φράζει τον νου του άνθρωπου προς κάθε κριτική προοπτική και έτσι αυτός βασανίζεται μέσα στην προσωπική του κόλαση. Δεν υπάρχει διέξοδος αφού δεν υπάρχει φι­λανθρωπία. Οι Ευρωπαίοι μεταλλάσσονται ραγδαία σε ανθρωποφάγους επειδή με την αυτάρκεια τους στέ­ρησαν από τον εαυτό τους την ικανότητα για μια ζώ­σα αίσθηση της ευαγγελικής αγάπης. Γιατί μονάχα ή ευαγγελική και Χριστοειδής αγάπη υποτάσσει κάθε μορφή ανθρωπίνου εγωισμού και αυτάρκειας. Μια τέ­τοια αγάπη σημαίνει πάντοτε την αυτοθυσία. Δεν μπο­ρεί ό άνθρωπος να εξέλθει από αυτήν την δαιμονική τάση προς αμαρτία αν δεν μεταδώσει την ψυχή του στους άλλους μέσα από την άσκηση της αυτοθυσιαζομένης αγάπης, υπηρετώντας τους με ευαγγελική αφο­σίωση και ειλικρίνεια.

Μεγάλη χαρά μου προξενεί πάντοτε, όταν ανάμε­σα στους διανοούμενους συναντήσω κάποιαν ανθρώ­πινη ύπαρξη ή οποία κατά την ιστοριοσοφία της δεν εμπίπτει στο χώρο της ζωολογίας. Συγχωρήστε μου το παράδοξο της διαπίστωσης μα μου το επιβάλλει ή εμπειρία μου.

Το πιο εμφανές σημείο της χριστιανικής φιλίας είναι το ακόλουθο: να θυμάσαι τον φίλο σου στις κα­θημερινές σου προσευχές.


Ορθόδοξη πίστη - ό μέγιστος πλούτος

Αγαπητή αδελφή,

Ο μέγιστος των πλουσίων γράφει προς την μεγί­στη των πλουσίων, εγώ προς Εσάς. Αυτός ό αμέτρη­τος και ατελείωτος πλούτος μας είναι ή ορθόδοξη πί­στη μας. Μέσω αυτής, όλοι οι ουρανοί είναι δικοί μας, όλοι οι κόσμοι του Θεού δικοί μας. Και αυτό πού είναι το πολυτιμότερο όλων: ό ίδιος ό Πανηδύτατος Κύριος και Χριστός είναι δικός μας και μαζί Του δι­κά μας, ή κάθε αιώνια μακαριότητα και ή κάθε αιώνια χαρά....

Από τότε πού ό Κύριος και Χριστός φάνηκε στην γη, δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη γη και τον ουρα­νό, ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Ενώθηκε το Θείο με το ανθρώπινο, το ουράνιο με το γήινο, το αιώνιο με το πρόσκαιρο.

Ή Εκκλησία ως το Θεανθρώπινο Σώμα του Χρι­στού, είναι το ουρανογήινο παλάτι όπου βιώνεται ή αιώνιος ζωή μέσω της ορθής, αληθούς, αποστολικής, θεανθρώπινης και αγιοπατερικής ορθοδόξου πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν υπάρχουν νεκροί στην Εκκλησία του Χριστού: όλοι είναι ζώντες και μάλιστα ζώντες αθανάτως, ήδη από την γη ζώντες την αθανασία. Και ύστερα από την μετάβαση στον άλλο κόσμο, είμαστε ακόμα πληρέστερα, ακόμα πιο έντονα, ακόμα πιο χειροπιαστά, ακόμα πιο αθάνατα αθάνατοι.

*  Εδώ (στην Εκκλησία), σμίγουν οι Άγγελοι με τούς ανθρώπους, εδώ ή Χαρά αγκαλιάζει την Αλή­θεια, εδώ ό χρόνος περιβάλλει την Αιωνιότητα, εδώ ή πίστη αγκαλιάζει την Αθανασία και ό άνθρωπος βρί­σκεται ανάμεσα σε όλο αυτό το αγαλλίαμα, αθανατίζων και αιωνίζων, ζώντας διά των ιερών μυστηρίων του Χριστού και των αρετών Του. Επιστέγασμα όλων και πιο αθάνατη και από την ίδια την αθανασία είναι ή αγία ορθόδοξη, αποστολική και αγιοπατερική πί­στη. Το να πλουτίσει από την πίστη αυτή, είναι για την ανθρώπινη ύπαρξη ό μεγαλύτερος και αδιάφθορος πλούτος όλων των κόσμων.


Ο τύπος του γνήσιου ιερέα

*  ...τον γνήσιο ιερέα δεν θα πρέπει να σκανδαλί­ζουν μήτε οι κακοί ιερείς μα μήτε και οι κακοί αρχιε­ρείς. Αυτός πάντοτε ατενίζει πάνω από αυτούς, πάντο­τε προσβλέπει προς τούς αγίους ιερείς και αρχιερείς. Βλέπει τον ιερό Χρυσόστομο, τον άγιο Σάββα, τον ιερομάρτυρα διάκονο Αββακούμ και πλήθος άλλων α­γίων. Προς αυτούς αναφέρεται ολόψυχα, αυτούς θαυ­μάζει και από αυτούς χειραγωγείται. Και εκείνοι; Ε­κείνοι όλοι τους είναι ολοζώντανοι και σήμερα μέσα στην Εκκλησία, όπως ήταν χθες μα και πριν από χί­λια χρόνια.

Ζώντες όλοι οι άγιοι Απόστολοι, ζώντες όλοι οι άγιοι Μάρτυρες, ζώντες όλοι οι άγιοι Πατέρες, οι ά­γιοι Ομολογητές και καθημερινά συλλειτουργούν μα­ζί με μας τούς αναξίους λειτουργούς του Θεού στη Θεία Λειτουργία. Δεν είμαστε λοιπόν ισχυρότεροι και πιο δυνατοί από κάθε θάνατο, από κάθε κακό και από κάθε αμαρτία; Μπορούμε τάχα να βρούμε αφορμή για απογοήτευση μέσα στην ιερατική μας κλήση; Ακόμα και εκείνη ή διακονία των Αγγέλων, δεν είναι ανώτε­ρη από την διακονία των ιερέων! Ό ιερέας έχει θεϊκή εξουσία επί παραδείσου και κολάσεως, επί ζωής και θανάτου, επί αθανασίας και αιωνιότητος.

Εσύ, αγαπητέ μου, σαν να αμφέβαλες προς στιγ­μήν για όλα αυτά και το πνεύμα σου κλονίστηκε. Ψη­λά το κεφάλι! Γιατί κανένας μέσα στο ανθρώπινο γέ­νος δεν έχει αυτό πού ό ιερέας του Χριστού κατέχει. Το σημαντικό είναι: στερεώσου με πίστη, προσευχή και αγάπη στον θαυμαστό Κύριο, στον γλυκύτατο Κύριο και κάθε θάνατος θα φύγει μακριά σου, πολύ δε περισσότερο, ή απόγνωση και τα τέκνα εκείνης.

* Ή αιωνιότητα είναι φρικιαστική δίχως Θεάν­θρωπο, γιατί και ό άνθρωπος είναι φοβερός δίχως τον Θεάνθρωπο. Καθετί το ανθρώπινο, μονάχα στον Θεάν­θρωπο έχει την τελική και λογική του ερμηνεία. Δί­χως τον θαυμαστό Κύριο Ιησού Χριστό, όλα τα αν­θρώπινα μεταβάλλονται αναπόφευκτα σε χάος, σε φρί­κη, σε θάνατο, σε κόλαση: ή φρόνηση σε αφροσύνη, ή αίσθηση σε απόγνωση, ή επιθυμία σε αυτοδιάσπαση μέσα από την αυτοθέωση ή την αυτοεξουθένωση.

*  Ή στάση μας έναντι των μη ορθοδόξων χριστια­νών: πρώτον, να μείνουμε ακλόνητοι, με την καρδιά, με την διάνοια και με την ζωή μας, στην Ορθοδοξία, στα ιερά της Μυστήρια και τις ιερές της αρετές. Με τον τρόπο αυτό θα καταστήσουμε τον εαυτό μας καθο­λικό, τον νου, την καρδιά και την ζωή μας. Να ζούμε συνεχώς «συν πάσι τοις αγίοις» (Έφ. 3, 18), επειδή μονάχα έτσι μπορούμε να γνωρίσουμε τα θεανθρώπινα βάθη, ύψη και πλάτη του Χριστού. Να ζούμε «συν πά­σι τοις αγίοις» θα πει να σκεφτόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», πού θα πει να αισθανόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», δηλαδή να προσευχόμαστε «συν πάσι τοις α­γίοις» και τέλος, να αγαπάμε «συν πάσι τοις αγίοις».

 Μονάχα με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται το ιερό και αλάνθαστο μέτρο της Αληθείας, δηλ. της Εκκλη­σίας του Χριστού ή οποία πάντοτε αποτελεί την Υπο­στατική Αλήθεια του Θεανθρώπου Χριστού και όχι κάποιου άλλου προσώπου ή πράγματος.

 Η Θεανθρώπινη εξέλιξη

*  Ζητάς να σου απαντήσω στο ερώτημα, αν μπο­ρεί ή επιστημονική αντίληψη περί της εξελίξεως του κόσμου και του ανθρώπου να συνυπάρξει με την πα­ραδοσιακή ορθόδοξη αίσθηση και γνώση. Ακόμη, ρωτάς ποιά, το ποιά είναι στην περίπτωση αυτή ή στάση των Πατέρων και για το αν υπάρχει γενικώς ή ανάγκη για μια τέτοια συνύπαρξη. Με πολλή συντο­μία λοιπόν γράφω τα έξης:

Ή ανθρωπολογία της Καινής Διαθήκης στήκει και πίπτει επάνω στην ανθρωπολογία της Παλαιάς. Ό­λο το Ευαγγέλιο της Παλαιάς Διαθήκης: ό άνθρωπος - εικόνα του Θεού! Όλο το Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης: ό Θεάνθρωπος - εικόνα του άνθρωπου. Ότι ουράνιο, θείο, αιώνιο, αθάνατο και αμετάβλητο στον άνθρωπο αποτελεί μέσα του την εικόνα του Θεού, το θεοειδές του ανθρώπου.

Αυτό το θεοειδές στον άνθρωπο κακοποιήθηκε με την εθελούσια αμαρτία εκείνου, με την σύμπραξη με τον διάβολο, μέσω της αμαρτίας και του θανάτου ως απόρροιας της παραβάσεως. Γι' αυτό και ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να ανακαινίσει την εφθαρμένη από την αμαρτία εικόνα Του. Γι' αυτό ενηνθρώπησε και έμεινε στον κόσμο των ανθρώπων ως Θεάνθρωπος, ως Εκκλησία, για να προσφέρει στην εικόνα του Θεού - τον άνθρωπο - όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε αυτός ο παραμορφωμένος θεόμορφος άνθρωπος να μπορέσει μέσα στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, με την βοήθεια των ιερών μυστηρίων και των αρετών, να ωριμάσει: «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4, 13). Αυτή είναι η θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρώπου, αυτή και η θεανθρώπινη ανθρωπολογία. Ο σκοπός του θεοειδούς όντος που λέγεται άνθρωπος είναι ένας: να γίνει σταδιακά τέλειος όπως ο Θεός Πατήρ, να γίνει θεός κατά χάριν, να επιτύχει την θέωση, την θεοποίηση, την Χριστοποίηση, την Τριαδοποίηση. Κατά τους Αγίους Πατέρες, «Θεός ενηνθρώπησε, ίνα ο άνθρωπος Θεός γένηται» (Μέγας Αθανάσιος).

 Όμως, οι αποκαλούμενες «επιστημονικές» ανθρω­πολογίες διόλου δεν αναγνωρίζουν το θεοειδές της ανθρώπινης υπάρξεως. Με αυτό, αρνούνται προκατα­βολικά την Θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρωπίνου όντος.

Αν ό άνθρωπος δεν αποτελεί την εικόνα του Θεού, τότε ό Θεάνθρωπος και το Ευαγγέλιο Του αποτελούν κάτι το αφύσικο για έναν τέτοιον άνθρωπο, κάτι το μηχανικό και απραγματοποίητο. Τότε, ο Θεάνθρω­πος Χριστός είναι ένα ρομπότ πού κατασκευάζει άλλα ρομπότ. Ό Θεάνθρωπος γίνεται ένας δυνάστης αφού θέλει από τον άνθρωπο, διά της βίας, να πλάσει ένα όν τέλειο όπως ό Θεός. Στην ουσία μιλάμε για μία δι­κανική ουτοπία, μια αυταπάτη και ένα απραγματοποί­ητο «ιδανικό». Στο τέλος - τέλος, πρόκειται για ένα μύθο, για μία αφήγηση.

Αν ό άνθρωπος λοιπόν, δεν είναι μια θεοειδής ύ­παρξη, τότε και ό ίδιος ό Θεάνθρωπος είναι περιττός αφού οι επιστημονικές θεωρίες περί εξέλιξης δεν δέ­χονται ούτε την αμαρτία αλλά ούτε και τον Σωτήρα της αμαρτίας. Στον επίγειο κόσμο της «εξέλιξης» τα πάντα είναι φυσικά και χώρος για αμαρτία δεν υπάρ­χει. Γι' αυτό και είναι κωμικό να γίνεται λόγος περί Σωτήρος και σωτηρίας από την αμαρτία. Σε τελική α­νάλυση τα πάντα είναι φυσικά: ή αμαρτία, το κακό και ό θάνατος. Γιατί, αν όλα στον άνθρωπο συμβαί­νουν και δίδονται ως αποτέλεσμα της εξέλιξης, τότε δεν υπάρχει κάτι το όποιο χρειάζεται να σωθεί σε αυ­τόν αφού τίποτε αθάνατο και αμετάβλητο δεν έχει μέ­σα του παρά όλα του είναι γήινα και χοϊκά και σαν τέτοια είναι παροδικά, φθαρτά και θνητά.

Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο της «εξέλιξης» δεν έ­χει θέση ούτε ή Εκκλησία ή οποία είναι το σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Ή θεολογία πάλι ή οποία θε­μελιώνει την ανθρωπολογία της επάνω στην «επι­στημονική» θεωρία της εξέλιξης δεν είναι τίποτε πε­ρισσότερο από μια αυτοαναίρεση. Πρόκειται στην ου­σία για θεολογία δίχως Θεό και ανθρωπολογία δίχως άνθρωπο. Αν ο άνθρωπος δεν είναι η αθάνατη, αιώνια και θεανθρώπινη εικόνα του Θεού, τότε όλες οι θεο­λογίες και όλες οι ανθρωπολογίες δεν είναι παρά μια ανόητη φάρσα, μια τραγική κωμωδία.

*   Ή ορθόδοξη θεολογία και ή σχέση πού έχουμε με τούς Αγίους Πατέρες, είναι ή οδός και η ανάβαση μας προς την Θεανθρώπινη, την ορθόδοξη Παναλήθεια. Αυτό είναι κάτι πού θέλει ανάλυση, είναι για ό­σους ασχολούνται με τα ευαγγελικά ζητήματα επάνω στον πλανήτη. Όλα πάλι τα ευαγγελικά προβλήματα επικεντρώνονται ουσιαστικά στο πρόβλημα του αν­θρώπου. Και όλα τα προβλήματα του ανθρώπου επικε­ντρώνονται σε ένα μόνο πρόβλημα, εκείνο του Θεαν­θρώπου. Μονάχα ο Θεάνθρωπος αποτελεί την λύση στο καθολικό αίνιγμα που λέγεται άνθρωπος. Δίχως Θεάνθρωπο και έξω από τον Θεάνθρωπο, ο άνθρωπος πάντα -συνειδητά ή όχι- μεταλλάσσεται σε υπάνθρωπο, σε ομοίωμα ανθρώπου, σε υπεράνθρωπο, σε διαβολάνθρωπο. Απόδειξη και αποδείξεις για τούτο; Όλη ή ιστορία του ανθρωπίνου γένους.

*   Εγώ πασχίζω πάντοτε να επιβεβαιώνω τις σκέ­ψεις μου στα γραπτά των Αγίων Πατέρων. Παρακαλώ λοιπόν και εσάς, όσα λαμβάνετε από έμενα, να τα επα­ληθεύετε με αυστηρότητα επάνω στους Άγιους Πατέ­ρες. Μην τυχόν και ή ψυχή μου αμαρτήσει με την διάνοια, μην προσκολληθή ή διάνοια μου σε κάποιο αμάρτημα και αμαρτήσει στο ιερό μυστήριο της Α­γίας Τριάδος. Γι' αυτό, μην πάψετε να εύχεστε για μέ­να ώστε πάντοτε ό νους μου να είναι ένας χαρούμενος δούλος της αγίας ταπεινοφροσύνης και της ιερής προ­σευχής, της αδιάλειπτης και ακούραστης.

*  Τί σημαίνει το να είσαι Χριστιανός; Είμαι Χρι­στιανός σημαίνει είμαι αναμάρτητος. Αυτό σημαίνει, ότι είμαι όλος του Χριστού, εξ' όλης της ψυχής, εξ' ό­λης της καρδίας, εξ' όλης της διανοίας και εξ' όλης της βουλήσεως. Αυτό πάλι επιτυγχάνεται όταν με πίστη, αγάπη, προσευχή, ελπίδα και όλες τις ιερές αρετές πα­ραδώσουμε στον γλυκύτατο Κύριο και τον νου και την ψυχή και την καρδιά και την βούληση. Τότε Εκεί­νος τις επεξεργάζεται και τις μεταπλάθει σε καινή ψυ­χή, καινή καρδιά, καινό νου και καινή βούληση....

*  Το μεγαλύτερο μυστήριο είναι αυτό πού βρίσκε­ται μέσα στον άνθρωπο παρά στους κόσμους πού πε­ριβάλλουν τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι άνθρωποι κατα­φεύγουν με μεγαλύτερη ευκολία στα πράγματα, σκαλί­ζουν ανάμεσα τους, ανακατεύονται με αυτά, τα ερω­τεύονται, τα λατρεύουν και τα θεοποιούν, και όλα αυ­τά τα είδωλα τους τα ονομάζουν με ένα συλλογικό ό­νομα κουλτούρα και πολιτισμό. Φεύγοντας μακριά από το εσωτερικό τους μυστικό, οι άνθρωποι καταφεύ­γουν στα πράγματα, αναμιγνύονται μαζί τους, μετα­μορφώνονται ακόμη σε αυτά. Σε αυτό συνίσταται ή μεγάλη τους πτώση και έκπτωση, σε αυτό και ή ουσία της ανθρώπινης τραγωδίας, ανέκαθεν και εις τούς αιώ­νες. Όλη ή αλήθεια περί αυτού εκφράζεται στην Α­γία Γραφή: «και εκρύβησαν ο τε Αδάμ και ή γυνή αυτού από προσώπου Κυρίου του Θεού εν μέσω του ξύ­λου του παραδείσου» (Γεν. 3, 8). Αυτό είναι κάτι πού συμβαίνει αδιάλειπτα: κρύβονται οι άνθρωποι ανάμε­σα στα πράγματα, φεύγοντας από τον Θεό, από τον ε­αυτό τους και τον κόσμο πού τούς περιβάλλει.

 *  Όταν ό άνθρωπος αποκολληθεί από την λατρεία των πραγμάτων και κοιτάξει με θάρρος μέσα του, βρί­σκει εντός του ένα τόσο ενδιαφέρον, ασυνήθιστο και θαυμαστό μυστήριο ώστε με χαρά πετάει στο χώμα ό­λα τα εξωτερικά είδωλα και με αποφασιστικότητα στρέφεται προς το μυστήριο του προσώπου του σαν σε κάτι το όποιο αξίζει περισσότερο και απ' όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού. Ένας τέτοιος άνθρωπος γίνεται μάρτυρας ενός μεγάλου και ιερού μυστηρίου. Για ένα τέτοιο μαρτύριο είναι που αξίζει να ζει κανείς σε αυτό το πολύπαθο κόσμο.

*  Όταν ό άνθρωπος με ειλικρίνεια και υπομονή υ­ποφέρει το ιερό μυστήριο του προσώπου του, τότε του δίδονται ξεχωριστές στιγμές διόρασης. Σε αυτές τις στιγμές αγγίζει τα κατώτερα βάθη της προσωπικότη­τας του και ανακαλύπτει την πηγή της: το έλλογο. Από την πηγή εκείνη ρέει ύδωρ ζων το όποιο αρδεύει με αθανασία την ανθρώπινη ύπαρξη.

*  Το να φονεύσεις άνθρωπο σημαίνει να του αρπά­ξεις τον χρόνο πού του έδωσε ό Θεός ώστε, με την ε­πίγειο ζωή του μέσα στον χρόνο, να αποκτήσει την αιώνια ζωή. Σημαίνει ακόμη ότι απλώνεις το χέρι σου επάνω στο πολυτιμότερο δημιούργημα του Θεού μέσα στον ορατό κόσμο. Στο τέλος - τέλος σημαίνει ότι στρέφεσαι ενάντια σε αυτόν τον ίδιο τον Θεό αφού, ότι έχει ό άνθρωπος, από το Θεό προέρχεται, ή ψυχή και το σώμα.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Αββά Ιουστίνου - Ασκητικά και Θεολογικά κεφάλαια

Αββά Ιουστίνου - Ασκητικά και Θεολογικά κεφάλαια



Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ

*Που είναι ό Χριστός της Ευρώπης; Που θα γεννηθή ό Χριστός; Μήπως στην ατσαλένια κονίστρα πού γεννήθηκε το γερμανικό βρέφος, ό ευρωπαϊκός πόλεμος; Χριστιανισμοί εδώ, χριστιανισμοί εκεί, στην έρημο και στις πόλεις, στα κανόνια και στους φόνους, μα ό Χριστός πουθενά: «Ότι ήραν τον Κύριον μου και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν» (Ίω. 20, 13). Ήρθαν πολλοί με το ένδυμα του Χριστού επάνω τους και τον λύκο μέσα τους. Ήρθαν πολλοί με το ό­νομα του Χριστού λέγοντας: «Εγώ ειμί ό Χριστός», μα διέκρινα πώς αγάπη Χριστού δεν είχαν μέσα τους....

*Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω - με τα γράμματα τρέφομαι. Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμέ­νος. Σαν να μου έχουν πέσει τα αυτιά και δεν ακούω τούς λόγους Εκείνου: «Εμόν βρώμα έστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ίω. 4, 34). Το γράμμα αποκτείνει, το πνεύμα ζωοποιεί. Όλη ή σοφία του αν­θρώπου και όλη ή επιστήμη δεν είναι τάχα ένα κομποσκοίνι από γράμματα; Ό άνθρωπος έγινε γραμματισμένος, έγινε όλος ένα αλφάβητο και νομίζει πώς έ­γινε το αλφάβητο όλου του κόσμου και του Θεού. Ό πολιτισμός μας γεννήθηκε μέσα στα τυπογραφεία, και κάθε τί το πολιτισμένο υποκλίνεται μπροστά στα γράμματα, σε αυτά τα λεπτεπίλεπτα είδωλα. Έτσι, τα γράμματα έγιναν ό θησαυρός και οι εκτιμητές κάθε α­ξίας. Ακόμα και ό Θεός άρχισε να εκτυπώνεται αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει. Τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν σε ναούς, σε βασίλεια των γραμμά­των, αυτός είναι ό πολιτισμός μας. Βασίλευσε το γράμμα και σήμερα σκοτώνει την Ευρώπη, αφού «το γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β' Κορ. 3,6).

*Όταν μπαίνω σε αίθουσα δίχως εικόνα, μου μοιάζει τυφλή, απρόσωπη, δίχως παράθυρο στον ου­ρανό.

*Ή προσευχή είναι πρόσφορο ζυμωμένο από δά­κρυα και καρδιά.

*Για ποιό λόγο υπάρχει ό χρόνος; Ποιό το νόημα του χρόνου; Μα για να σαρκώσει την αιωνιότητα, διά της σαρκώσεως του Θεού σε άνθρωπο. Για να επιτελέ­σει την θέωση του ανθρώπου, διά του Θεανθρώπου, και διά μέσου του ανθρώπου την θέωση του χρόνου και του χώρου, δηλ. του κόσμου (Ρμ. 8, Έφ. 1 και 4, Κολ. 2). Η σάρκωση του Θεού Λόγου, η ενανθρώπηση Του αποτελεί το κέντρο του χρόνου και της ύλης, του ανθρώπου ως ψυχοφυσικής υπάρξεως.

*Από τότε πού εμφανίστηκαν σε μας οι εφημερί­δες, ή ανάγνωση δηλαδή των εφημερίδων, έγιναν ή «πρωινή προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου». Αυτός ό «μοντέρνος» άνθρωπος μεταλλάσσεται γοργά σε «υπάνθρωπο» του οποίου ό πρόγονος μα και ό έσχα­τος απόγονος είναι ό «απάνθρωπος».

*Στον Οικουμενισμό, όλες οι αδυναμίες, οι απο­κλίσεις, τα λάθη, προέρχονται από την κατάχρηση του Αγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση αυτή απαιτού­νται οι αυστηρότατοι περιορισμοί και ή διορατικότη­τα των Πατέρων: το Άγιο Πνεύμα δίδεται μονάχα στην Εκκλησία του Θεανθρώπου, ως ανταμοιβή της πίστεως στον Θεάνθρωπο. Απόδειξη αυτού είναι ή Πεντηκοστή. Δεν δίδεται εκτός Εκκλησίας, εκτός Θε­ανθρώπου. Όλες οι αποκλίσεις δεν είναι παρά ανθρω­πιστικές πλάνες. Αυτή είναι η αποστολική παράδοση και κληρονομιά.

*Εξάλλου, έτσι δικαιολογούνται όλες οι δυτικές «εκκλησίες» και αιρέσεις, τα φορτώνουν όλα στο Πνεύμα το Άγιο. Πορεύονται «κατ' άνθρωπον» με τον ακόλουθο τρόπο: αντί της μεθόδου του Σωτήρος -της αναγεννήσεως του έσω άνθρωπου- οδεύουν την οδό του ευρωπαϊκού ουμανισμού πασχίζοντας να με­ταμορφώσουν το πρόσωπο, διά της κοινωνίας και όχι διά της οδού του Σωτήρος ή οποία συνίσταται στη σωτηρία του άνθρωπου, διά του Θεού και όχι διά της κοινωνίας.

*Μην πορεύεσαι μονάχος κανένα δρόμο του κό­σμου αυτού παρά μονάχα έχοντας μπροστά σου τον Κύριο Ιησού ή με την ευχή του Ιησού εμπρός σου, με την πίστη σε Εκείνον εμπρός σου, με την αγάπη προς Εκείνον εμπρός σου, με την ανάσα, το δάκρυ και την κραυγή προς Εκείνον εμπρός σου. Τότε θα φεύγει από μπροστά σου κάθε θάνατος και κάθε πει­ρασμός, μα όχι εξαιτίας σου αλλά εξαιτίας Εκείνου πού στέκει μπροστά σου.

*Ό Κύριος χάριν της νηστείας δίδει την προσευ­χή σε αυτόν πού νηστεύει. Για χάρη πάλι της προσευ­χής, δίδει την νηστεία.

*«Ου γάρ έστιν ή βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι» (Ρμ. 14, 17). Ό χριστιανοσοσιαλισμός ή ό κομμουνισμός υπερτονίζει το αντίστροφο ρητό: ή βα­σιλεία του Θεού είναι βρώσις και πόσις!

*Δία του Βαπτίσματος, ό καθένας μας καθίσταται ένας πιθανός άγιος. Οι Άγιοι εφάρμοσαν στην ζωή τους όλο το πρόγραμμα της ζωής, προδιαγεγραμμένο διά του αγίου Βαπτίσματος, σπερματικώς δοσμένο.

*Εκείνο πού δεν μπορεί να συνθλίψει ή μυλόπε­τρα της λογικής θα το συνθλίψει ή μυλόπετρα της Χάριτος... Ή προσευχή λεπτύνει σταδιακά την ψυχή, εξαλείφει ακάθαρτους λογισμούς και αισθήματα, με­ταπλάθει ατέλειες. Το σώμα στο τέλος καθίσταται να­ός του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ό δρόμος του Χριστιανού: από τον εαυτό του προς τον Θεό, πού ση­μαίνει από τον διάβολο προς τον Θεό. Και αν ακόμη ό Θεός απέσυρε όλα τα θαυμάσια Του από αυτό τον σκοτισμένο πλανήτη, δεν έχει αποσύρει όμως το πιο αγαπητό Του θαύμα: τούς οικτιρμούς και το έλεος. Αυτά θα τα αποσύρει τελευταία, κατά την ήμερα της Φοβέρας Κρίσεως.

*Τι είναι οι Βίοι των Αγίων; Είναι τα δόγματα μεταφρασμένα σε ζωή. Και τι είναι τα δόγματα; Είναι οι βίοι των Αγίων στην πράξη.

*Με την προσευχή να ξηραίνεις τα πάθη της δια­νοίας σου, με την νηστεία τα πάθη του σώματος. Για­τί μέσα από αυτές τις δύο αρετές ενεργούν όλες οι υ­πόλοιπες.

*Την αμαρτία και το κακό θα πρέπει να τα εκλά­βουμε ως ασθένεια της ανθρώπινης φύσης και όχι σαν φυσική αναγκαιότητα, σαν ένα ατύχημα, αρρώστια, σαν τον ορμαθό όλων των ασθενειών: τον θάνατο, τον όποιο καλούμαστε να θεραπεύσουμε.

*Ούτε ό θάνατος είναι αναγκαιότητα, ούτε ή δου­λεία στην αμαρτία και το κακό, ούτε και ή υπηρεσία στο διάβολο. Όποιος με αυτό τον τρόπο σκέφτεται ή έτσι διδάσκει ή το ισχυρίζεται, δεν είναι Χριστιανός. Αντίθετα, είναι χριστιανομάχος αφού απορρίπτει την ουσία του Χριστιανισμού και όλο τον αγώνα του Χριστού, την σωτηρία. Επειδή Εκείνος ήρθε για να μας σώσει: από τον θάνατο, την αμαρτία, τον διάβολο. Έτσι για πολλούς ό Χριστιανισμός έπαψε να είναι ά­σκηση και αναγκαιότητα και κατήντησε: κόσμημα ή εθνικό έθιμο, λαϊκή παράδοση, μνημείο, ηθικισμός, φιλοσόφημα, όλα έκτος από ριζοσπαστική μεταμόρ­φωση του ανθρώπου, από θνητό σε αθάνατο, από αμαρτωλό σε αναμάρτητο, από διαβολεμένο σε άνθρω­πο του Θεού. Ο Χριστιανισμός έγινε ρηχός, τόσο ρη­χός πού καταστράφηκε πλήρως. Έτσι, ό υλικός πολι­τισμός έγινε το πάν. Χάθηκε ή αίσθηση της αθανα­σίας και κατά συνέπεια της ευλάβειας; του ουρανού, της ουρανίου καταγωγής του ανθρώπου, της θεοειδείας του.

*Ή διάνοια του ανθρώπου αποσυντίθεται επειδή δεν έχει μέσα του Θεό, δεν έχει εντός του τίποτε το θεϊκό, είναι σαν το κρέας δίχως το αλάτι. Ή διάνοια σαπίζει, φθείρεται, εξαιτίας της αθεΐας και της απι­στίας και διαχέεται, «και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει» (Μτ. 12, 30).

*Μετάνοια! Μόλις ό Πανοικτίρμων Κύριος αφυ­πνίσει μέσα στον άνθρωπο την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, τον εισάγει ήδη στον αγώνα κατά της α­μαρτίας.

*Ή αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι ένα αξίω­μα, δεν είναι μία διδασκαλία, δεν είναι ένα συλλογιστικό συμπέρασμα, δεν είναι μία λογική έννοια, αλλά Πρόσωπο Ζωντανό, ό Θεάνθρωπος Χριστός, πάντοτε παρών, ως σώμα και Κεφαλή της Εκκλησίας.

*Ή Ορθοδοξία δεν αποδεικνύεται αλλά επιδει­κνύεται: «έρχου και ίδε», πρώτιστα τον Θεάνθρωπο Χριστό, τούς Αγίους, τούς Μάρτυρες....

*Εκκλησιολογία, είναι ή καθολική, γενικευμένη Χριστολογία, ή Χριστοποίηση. Είναι ή εφαρμοσμένη Χριστολογία ή οποία περικλείει ολόκληρη την σωτηριολογία. Μια εμπειρική Χριστολογία, αυτό είναι ή Εκκλησιολογία.

*Να μελετάς την Αγία Γραφή, διά μέσου των Α­γίων Πατέρων και ταυτόχρονα να μιμείσαι την βιοτή τους.

*Ό ναός είναι ένα κομμάτι του ουρανού επί της γης, μια εξουράνωση της γης, μια όαση αθανασίας.... μια όαση παραδείσου μέσα στο πέλαγος της επιγείου κολάσεως.

* Είθε ή ζωή μας έξω από τον ναό να γίνει προέ­κταση της ακολουθίας του ναού: προέκταση της προ­σευχής μας, της κατάνυξης και της ταπείνωσης μας.

*Ή γνώση δεν είναι απαραίτητη για την αιώνια ζωή. Για την αιώνια μακαριότητα δεν είναι απαραίτη­τη ή εμπειρική γνώση του κακού.

*Κύριε, το σώμα μου δεν είναι δικό μου εφόσον διά της νηστείας και της προσευχής δεν το καταστή­σω, δικό Σου. Ή ψυχή μου, ή συνείδηση μου, δεν εί­ναι δικά μου εφόσον διά της ευαγγελικής ασκήσεως δεν τα καταστήσω δικά Σου. Τα μάτια μου δεν είναι δικά μου και τα αυτιά μου το ίδιο, εφόσον διά της χα­ριτωμένης βιοτής δεν τα καταστήσω δικά Σου.

*Ή σκέψη είναι πάντοτε μια καρφίτσα: πάνω της δεν μπορείς ποτέ σου να σταθής. Μονάχα ή προσευχή είναι βράχος ακλόνητος επάνω στον όποιο μπορώ ολόκληρος να στέκομαι και να επιβιώνω.

*Ή αθεΐα έγινε συστατικό μέρος της κρατικής ι­δεολογίας, της πολιτικής ιδεολογίας και κατά συνέπειαν ένα καθήκον του πολίτη, του υπηκόου. Ότι δεν είναι στην ιδία γραμμή, είναι άντιεξουσιαστικό, ενά­ντιο στους υπηκόους. Αυτή είναι ή πολιτική νομιμο­φροσύνη: όποιος αντιτίθεται στην αθεΐα είναι προδό­της του κράτους. Ό αντίθεος είναι το θεμέλιο των αθεϊστικών και ολοκληρωτικών κυβερνήσεων. Αποτε­λεί όμως το θρησκευτικό, θεοκρατικό και αντιθεοκρατικό θεμέλιο του κράτους, τον τύπο του. Ή αθεΐα έγι­νε η πίστη του ουτοπικού σοσιαλισμού.

*Αγώνας με τα πάθη. Ή γνώση είναι σαν ένα μι­κρό νησάκι στον ωκεανό της ανθρωπινής υπάρξεως. Για μια στιγμή το πλημμυρίζει κάποιο πάθος με τα οργισμένα του κύματα. Τότε είναι πού ό άνθρωπος κα­τανοεί πόσο λίγο έχει εμπεδώσει, έχει εμβαθύνει, έχει ριζώσει την γνώση του στον Κύριο και Χριστό. Για παράδειγμα το πάθος του θύμου, προς στιγμήν θολώ­νει αυτή την ελάχιστη γνώση μέσα στον άνθρωπο, το ίδιο και το πάθος της φιλαργυρίας, της φιληδονίας, του φθόνου, της γαστριμαργίας. Ποιό είναι το καινό στους Αγίους; Το ότι διεύρυναν αυτή τους την γνώ­ση, την εμβάθυναν και την ρίζωσαν στον Χριστό. Έτσι, δεν μπορεί να τούς καταπιεί το πάθος, μπορεί μο­νάχα να τούς πειράξει. Βρίσκονται σε μια συνεχή νήψη ψυχής και καρδίας και γι' αυτό ποτέ δεν έχουν α­νάπαυση στον αγώνα τους.

*Στον σύγχρονο Οικουμενισμό, όλα βασίζονται στην ακόλουθη θέση, στο ουμανιστικό αξίωμα: ή Εκ­κλησία δεν είναι μία αλλά πολλές. Είναι σαν ή Εκ­κλησία να κομματιάστηκε. Ή Εκκλησία όμως δεν μπορεί να διαιρεθεί. Από αυτήν μπορεί κανείς μονά­χα να εκπέσει και όχι να αποκοπεί. Στην ουσία της ή Εκκλησία είναι Θεανθρώπινος οργανισμός, Θεανθρώπινο σώμα, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου και για αυτό είναι πάντοτε μία, σε όλους τούς κόσμους μία. Σε αυτό έγκειται ή οικουμενικότητα της, ή καθολικό­τητα. Ό σύγχρονος Οικουμενισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από ψεύτικους χριστούς, ψεύτικους μεσ­σίες, ψεύτικους προφήτες, γεμάτος από ποικιλότητα πίστεων, ολιγοπιστίας και τέλος παντελούς απουσίας. Ή προβληματική του συγχρόνου Οικουμενισμού εί­ναι καθαρά κοσμική, πολιτικάντικη και στην ουσία της κομμουνιστική - παπιστική. Τα πάντα ανάγονται σε «κοινωνικές» αξίες και μάλιστα γήινες και παροδι­κές. Δεν υπάρχει το Θεανθρώπινο επίκεντρο, ή προ­βληματική του Ευαγγελίου: δεν επιζητείται «πρώτον ή Βασιλεία του Θεού» και ή δικαιοσύνη Του αλλά το βασίλειο του κόσμου αυτού και όλα όσα είναι εξ αυτού.

*Το ζήτημα της ενότητος δεν μπορεί να επιλυθεί με κανέναν «διάλογο» παρά μονάχα διά της μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου, ό όποιος είναι ή Εκκλη­σία: «μνημόνευε ουν πόθεν πέπτωκας και μετανόησον» (Αποκ. 2, 5). Δίχως τον Θεάνθρωπο, οι δήθεν εκκλησίες δεν είναι τίποτε περισσότερο από «συνα­γωγές του Σατανά» (Αποκ. 2, 9). Ή έξοδος από την αίρεση είναι: «μετανόησον...» (Αποκ. 2, 16). Αυτό ι­σχύει για κάθε αίρεση, για όλες τις «232» αιρέσεις -εκκλησίες. «Μνημόνευε ουν πώς είληφας και ήκουσας (την Ιερά Παράδοση της Αληθείας) και τήρει και μετανόησον...» (Αποκ. 3, 3). Διά του οικουμενισμού εισέβαλε στην Εκκλησία και επεβλήθη ή καθα­ρώς κοσμική και διεθνής αθεϊστική, κομμουνιστική προβληματική. Σήμερα είναι αδύνατον για την γνή­σια Εκκλησία να εκφραστεί γιατί, που είναι οι γνή­σιοι μάρτυρες της - οι Μάρτυρες, μα και οι πρώτοι της θεολόγοι; Έτσι επλήθυναν οι ρηχοί, ουμανίζοντες, παπίζοντες, αιρετίζοντες και προτεσταντίζοντες θεολόγοι....

*Κάθε στιγμή της ζωής μου είναι του Θεού. Τότε για ποιό λόγο να φοβούμαι οτιδήποτε ή οποιονδήπο­τε πλην του Θεού;

*Ό Κύριος κυριαρχεί, ό διάβολος διαβάλλει και ό Θεός Θεώνει. Είναι όμως το ίδιο φοβερό, όταν ό άν­θρωπος θεώνει ή διαβάλλει, πάντοτε γίνεται εκτός εαυτού. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος θεώνει. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος διαβάλλει. Στη δεύτερη περίπτωση, θρίαμβος του σατανισμού, στη πρώτη φαρισαϊσμός: «έχοντες μόρφωσιν ευσέβειας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β'Τιμ. 3, 5).

*Διά της εκβιομηχάνισης ανατέλλει ή εποχή του λίθου. Λιθολατρεία, αυτή είναι ή ευρωπαϊκή κουλτού­ρα μαζί με τα υποκατάστατα της. Κατασκευαστές ει­δώλων οι πετρωμένες ψυχές φτιάχνουν πέτρινα είδω­λα και ιδανικά. Τα πάντα ξηραίνονται, μαραίνονται και πετρώνουν σε αυτό το πολιτιστικό μίγμα της λα­τρείας των κτισμάτων στην Ευρώπη. Οι αρχιτέκτονες της εποχής του λίθου: όλες οι ουμανιστικές δυνάμεις της Ευρώπης.

*Κανόνας: να προσεύχεσαι στον Θεό για κάθε άνθρωπο πού επισκέφτηκες, συνάντησες ή αποχαιρέ­τησες. Ας σε αποχαιρετά με την ευχή σου, είναι ό κα­λύτερος συνοδοιπόρος.

*Αλίμονο στην κάθε σκέψη που δεν εξελίσσεται, δεν μεταμορφώνεται σε προσευχή.

*Αυτό είναι πού επιζητεί συνεχώς ό διάβολος: να εμφανίσει την αμαρτία ως αναπόφευκτη, να δείξει πώς ή αμαρτία είναι κάτι το φυσικό για να δικαιολογήσει έτσι τον εαυτό του. Ή αμαρτία είναι κατά τον Άγιο Μακάριο της Αιγύπτου, ή λογική του Σατανά. Έχει ή αμαρτία την δική της λογική, την δική της απολογη­τική για να μπορεί να δικαιολογηθεί η ίδια, για να μπορεί να αναδειχθεί ως αναγκαία, ως κάτι το φυσικό. Αυτό κάνει συνεχώς ό διάβολος. Ο Χριστός όμως εί­ναι ο μόνος αληθινός Λόγος του κόσμου, ή Θεία  Λο­γική του κόσμου, είναι ή λογική του αγαθού, ή Θεία λογική του αγαθού. Ή Λογοποίηση είναι ή ουσία του κόσμου.

*Αυτός πού θα συναντηθεί ειλικρινώς με τον Κύ­ριο και Χριστό, βιώνει να αλλάζουν όλα μέσα του. Θυμηθείτε ότι συναντήθηκε μαζί Του ένας χωρικός ψαράς και από εκείνη την συνάντηση προέκυψε ένας Απόστολος Πέτρος. Συναντήθηκε μαζί Του ό Σαύλος, ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του, συνά­ντησε τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού και έγινε ο πιο φημισμένος ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί, ποιος του έδωσε όλη εκείνη την δύναμη πού είχε αν όχι ο ίδιος ό Χριστός; Συναντήθηκε με τον Κύριο και ο Ζακχαίος, ο τυφλός και αμαρτωλός τελώνης και ό­λη του ή ψυχή μεταμορφώθηκε. Το ίδιο και ή δαιμο­νισμένη Μαγδαληνή με τα επτά της δαιμόνια, συνα­ντώντας τον Κύριο μεταβάλλεται σε Μυροφόρα. Μα και ό κακούργος επάνω στο σταυρό, συναντήθηκε με τον Θεό και αμέσως εισήλθε στον Παράδεισο. Με τον Κύριο συναντήθηκε και ό Ιουστίνος ό Φιλόσοφος και κατέστη Μάρτυρας του Χριστού. Το ίδιο και ό Μέγας Βασίλειος και ό Επίσκοπος Νικόλαος Αχρίδος και ό Ράστκο - Άγιος Σάββας ό Σέρβος. Έτσι, ή συνάντηση με τον Κύριο αποτελούσε πάντα το σημα­ντικότερο γεγονός για τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός κινείται προς τον Κύριο Ιησού είτε εναντίον Εκεί­νου.

*Όταν ό άνθρωπος ζει μονάχα για τον εαυτό του και διά του εαυτού του, όταν δηλαδή δεν χρειάζεται τίποτε από τον Θεό, τότε δεν είναι άνθρωπος. Ό γνή­σιος ουμανισμός ή ανθρωπισμός, είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα γιατί αποτελεί την πλήρη απόρριψη του Θεού και όλων όσων προέρχονται από Θεού. Το αμάρτημα του Αδάμ δεν συνίσταται στην διάπραξη κά­ποιου εγκλήματος αλλά στην επιθυμία και κίνηση προς την αποδέσμευση του ανθρώπου από τον Θεό, δηλαδή στον ουμανισμό. Δεν μπορεί το πνεύμα του ανθρώπου να υπάρχει και να ενεργεί αφ' εαυτού. Του είναι απαραίτητη ή συνεχής άρδευση εξ ουρανού, εκ του Πνεύματος του Θεού. Ό Αδάμ, με την παρακοή του, έπαψε να δέχεται αυτή την πληρότητα από το Πνεύμα του Θεού, γι' αυτό και ένιωσε την γύμνια του.

Με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επάνω στους Α­ποστόλους, ανανεώθηκε αυτή ή πλήρωση και επεκτεί­νεται διαρκώς μέσα στην Εκκλησία. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι αφ' εαυτού σαν ένας κενός δοκιμαστι­κός σωλήνας ό όποιος πρέπει να πληρωθεί, με το Πνεύμα του Θεού για να είναι ακέραιος και πλήρης. Δεν υπάρχει πλήρης ανθρώπινη σκέψη. Ό άνθρωπος σκέφτεται είτε εν Θεώ είτε, εν διαβόλω. Αυτό φανερώ­νει και ό Ντοστογιέβσκι στον Ιβάν Καραμαζώφ ό ό­ποιος χτυπά τον διάβολο με το μελανοδοχείο επειδή εκείνος τον βεβαιώνει πώς του έχει ψιθυρίσει κάποιαν ιδέα.

*Οι Άγιοι Πατέρες είναι οι ιεροί και αθάνατοι ο­δηγοί και διδάσκαλοι της αιωνίου ζωής. Οι αθάνατοι στρατηγοί στην αθάνατη στρατιά του Κυρίου. Μόνο σαν τούς ακολουθούμε και συμπορευόμαστε με τούς Αγίους και Οικουμενικούς Πατέρες, μπορούμε εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί να είμαστε γνήσιοι Χριστια­νοί, να νικήσουμε και να διαφυλάξουμε την πίστη μας. Είμαστε Χριστιανοί και μάλιστα γνήσιοι εφόσον φυλάττουμε την πίστη των Αγίων Πατέρων. Δίχως ετούτη την πίστη σωτηρία δεν έχουμε, μα μήτε και αιώνια ζωή. Μόνον έτσι μπορούμε να έχουμε την χα­ριτωμένη συναίσθηση του ορθοδοξείν ή όποια δίδεται μέσω της προσευχητικής κοινωνίας μετά των Αγίων.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


ΑΒΒΑ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ  ΠΟΠΟΒΙΤΣ  (1894-1979)

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς

Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς



Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
Η χριστοειδής καρδία του κόσμου

Και δω σε μας δουλεύουν σκληρά μα δουλεύουν δίχως προσευχή. Και σε μας υπάρχει σκέψη μα σκέ­ψη δίχως προσευχή. Φαίνεται πώς όλοι, συνειδητά και ασυνείδητα, πασχίζουν να αλλάξουν την από Χριστού δοσμένη οικονομία της εκκλησιαστικής ζωής, να την φτιάξουν κατ' εικόνα και ομοίωση δική τους. Στην θέση της εικόνος του Χριστού ν' αποτυπώσουν την δική τους εικόνα, να καταλάβουν το μέρος της ει­κόνος. Όλα αυτά όμως, λίγο ή πολύ, αγγίζουν τα όρια της ανταρσίας: απέρριψαν τον από Χριστού ορισμένο οικονόμο, την προσευχή, από τον οίκο της προσευ­χής και νευρικά εισήγαγαν τούς νομικούς και συνταγ­ματικούς και τούς επιστημοφιλοσοφικούς οικονό­μους, αυτούς τούς στερημένους από χάρη και προσευ­χή·

Είναι φοβερά και απελπιστικά πολλοί, πάμπολλοι εκείνοι πού εξυμνούν (θεοποιούν) το «πνεύμα των και­ρών», το ενθρονίζουν στην καθέδρα της διανοίας τους, το προσκυνούν ως βασιλέα και θεό τους, του προσφέρουν θυσίες νομίζοντας ότι προσφέρουν υπη­ρεσία στον Χριστό. Γι' αυτούς δεν είναι το Αιώνιο κριτήριο για τον χρόνο, αλλά ό χρόνος για την αιωνιότητα. Δεν νιώθουν πώς ό χρόνος δίχως την Αιω­νιότητα είναι το πιο φρικιαστικό μεταφυσικό τέρας το όποιο σχεδιάζει κακοποιημένες φιγούρες της ζωής παρμένες από το φυσικό χώρο, πλάθει την ύλη σαν άλλο ζυμάρι και την καταβροχθίζει με λαιμαργία. Και ό Χριστός; Αυτός ό περίεργος Χριστός; - Για την χριστομάχο υψηλοφροσύνη δεν είναι παρά μία τελειωμέ­νη ιστορία στα μεθυσμένα στόματα της τραγωδίας πού έχει μεθύσει τον πλανήτη.

* Ό Χριστός, ή απτή Του παρουσία, το θελκτικό Του πρόσωπο, είναι για μένα ή αναγκαιότερη των α­ναγκαιοτήτων. Ποθώντας συνεχώς Εκείνον, πώς να μην αποκάμει ή ψυχή μου στην προσευχή; Μα μήπως μπορώ να Τον προσεγγίσω και αλλιώς παρά μονάχα με την προσευχή; Ποιος είμαι εγώ για να φιλοσοφή­σω, για να φιλοσοφώ περί Εκείνου δίχως προσευχή;


Ανθρωποφάγοι ή η αγάπη της αυτοθυσίας

* Σήμερα, λίγοι είναι οι άνθρωποι πού έχουν υγιή φιλοσοφική αίσθηση. Συνήθως, τα γεγονότα εκτιμώ­νται αποσπασματικά και πολύ σπάνια, μέσα στην ορ­γανική τους πληρότητα. Ή εγωιστική αυτοτύφλωση, ατομικού, εθνικού ή και ταξικού χαρακτήρα, φράζει τον νου του άνθρωπου προς κάθε κριτική προοπτική και έτσι αυτός βασανίζεται μέσα στην προσωπική του κόλαση. Δεν υπάρχει διέξοδος αφού δεν υπάρχει φι­λανθρωπία. Οι Ευρωπαίοι μεταλλάσσονται ραγδαία σε ανθρωποφάγους επειδή με την αυτάρκεια τους στέ­ρησαν από τον εαυτό τους την ικανότητα για μια ζώ­σα αίσθηση της ευαγγελικής αγάπης. Γιατί μονάχα ή ευαγγελική και Χριστοειδής αγάπη υποτάσσει κάθε μορφή ανθρωπίνου εγωισμού και αυτάρκειας. Μια τέ­τοια αγάπη σημαίνει πάντοτε την αυτοθυσία. Δεν μπο­ρεί ό άνθρωπος να εξέλθει από αυτήν την δαιμονική τάση προς αμαρτία αν δεν μεταδώσει την ψυχή του στους άλλους μέσα από την άσκηση της αυτοθυσιαζομένης αγάπης, υπηρετώντας τους με ευαγγελική αφο­σίωση και ειλικρίνεια.

Μεγάλη χαρά μου προξενεί πάντοτε, όταν ανάμε­σα στους διανοούμενους συναντήσω κάποιαν ανθρώ­πινη ύπαρξη ή οποία κατά την ιστοριοσοφία της δεν εμπίπτει στο χώρο της ζωολογίας. Συγχωρήστε μου το παράδοξο της διαπίστωσης μα μου το επιβάλλει ή εμπειρία μου.

Το πιο εμφανές σημείο της χριστιανικής φιλίας είναι το ακόλουθο: να θυμάσαι τον φίλο σου στις κα­θημερινές σου προσευχές.


Ορθόδοξη πίστη - ό μέγιστος πλούτος

Αγαπητή αδελφή,

Ο μέγιστος των πλουσίων γράφει προς την μεγί­στη των πλουσίων, εγώ προς Εσάς. Αυτός ό αμέτρη­τος και ατελείωτος πλούτος μας είναι ή ορθόδοξη πί­στη μας. Μέσω αυτής, όλοι οι ουρανοί είναι δικοί μας, όλοι οι κόσμοι του Θεού δικοί μας. Και αυτό πού είναι το πολυτιμότερο όλων: ό ίδιος ό Πανηδύτατος Κύριος και Χριστός είναι δικός μας και μαζί Του δι­κά μας, ή κάθε αιώνια μακαριότητα και ή κάθε αιώνια χαρά....

Από τότε πού ό Κύριος και Χριστός φάνηκε στην γη, δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη γη και τον ουρα­νό, ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Ενώθηκε το Θείο με το ανθρώπινο, το ουράνιο με το γήινο, το αιώνιο με το πρόσκαιρο.

Ή Εκκλησία ως το Θεανθρώπινο Σώμα του Χρι­στού, είναι το ουρανογήινο παλάτι όπου βιώνεται ή αιώνιος ζωή μέσω της ορθής, αληθούς, αποστολικής, θεανθρώπινης και αγιοπατερικής ορθοδόξου πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν υπάρχουν νεκροί στην Εκκλησία του Χριστού: όλοι είναι ζώντες και μάλιστα ζώντες αθανάτως, ήδη από την γη ζώντες την αθανασία. Και ύστερα από την μετάβαση στον άλλο κόσμο, είμαστε ακόμα πληρέστερα, ακόμα πιο έντονα, ακόμα πιο χειροπιαστά, ακόμα πιο αθάνατα αθάνατοι.

*  Εδώ (στην Εκκλησία), σμίγουν οι Άγγελοι με τούς ανθρώπους, εδώ ή Χαρά αγκαλιάζει την Αλή­θεια, εδώ ό χρόνος περιβάλλει την Αιωνιότητα, εδώ ή πίστη αγκαλιάζει την Αθανασία και ό άνθρωπος βρί­σκεται ανάμεσα σε όλο αυτό το αγαλλίαμα, αθανατίζων και αιωνίζων, ζώντας διά των ιερών μυστηρίων του Χριστού και των αρετών Του. Επιστέγασμα όλων και πιο αθάνατη και από την ίδια την αθανασία είναι ή αγία ορθόδοξη, αποστολική και αγιοπατερική πί­στη. Το να πλουτίσει από την πίστη αυτή, είναι για την ανθρώπινη ύπαρξη ό μεγαλύτερος και αδιάφθορος πλούτος όλων των κόσμων.


Ο τύπος του γνήσιου ιερέα

*  ...τον γνήσιο ιερέα δεν θα πρέπει να σκανδαλί­ζουν μήτε οι κακοί ιερείς μα μήτε και οι κακοί αρχιε­ρείς. Αυτός πάντοτε ατενίζει πάνω από αυτούς, πάντο­τε προσβλέπει προς τούς αγίους ιερείς και αρχιερείς. Βλέπει τον ιερό Χρυσόστομο, τον άγιο Σάββα, τον ιερομάρτυρα διάκονο Αββακούμ και πλήθος άλλων α­γίων. Προς αυτούς αναφέρεται ολόψυχα, αυτούς θαυ­μάζει και από αυτούς χειραγωγείται. Και εκείνοι; Ε­κείνοι όλοι τους είναι ολοζώντανοι και σήμερα μέσα στην Εκκλησία, όπως ήταν χθες μα και πριν από χί­λια χρόνια.

Ζώντες όλοι οι άγιοι Απόστολοι, ζώντες όλοι οι άγιοι Μάρτυρες, ζώντες όλοι οι άγιοι Πατέρες, οι ά­γιοι Ομολογητές και καθημερινά συλλειτουργούν μα­ζί με μας τούς αναξίους λειτουργούς του Θεού στη Θεία Λειτουργία. Δεν είμαστε λοιπόν ισχυρότεροι και πιο δυνατοί από κάθε θάνατο, από κάθε κακό και από κάθε αμαρτία; Μπορούμε τάχα να βρούμε αφορμή για απογοήτευση μέσα στην ιερατική μας κλήση; Ακόμα και εκείνη ή διακονία των Αγγέλων, δεν είναι ανώτε­ρη από την διακονία των ιερέων! Ό ιερέας έχει θεϊκή εξουσία επί παραδείσου και κολάσεως, επί ζωής και θανάτου, επί αθανασίας και αιωνιότητος.

Εσύ, αγαπητέ μου, σαν να αμφέβαλες προς στιγ­μήν για όλα αυτά και το πνεύμα σου κλονίστηκε. Ψη­λά το κεφάλι! Γιατί κανένας μέσα στο ανθρώπινο γέ­νος δεν έχει αυτό πού ό ιερέας του Χριστού κατέχει. Το σημαντικό είναι: στερεώσου με πίστη, προσευχή και αγάπη στον θαυμαστό Κύριο, στον γλυκύτατο Κύριο και κάθε θάνατος θα φύγει μακριά σου, πολύ δε περισσότερο, ή απόγνωση και τα τέκνα εκείνης.

* Ή αιωνιότητα είναι φρικιαστική δίχως Θεάν­θρωπο, γιατί και ό άνθρωπος είναι φοβερός δίχως τον Θεάνθρωπο. Καθετί το ανθρώπινο, μονάχα στον Θεάν­θρωπο έχει την τελική και λογική του ερμηνεία. Δί­χως τον θαυμαστό Κύριο Ιησού Χριστό, όλα τα αν­θρώπινα μεταβάλλονται αναπόφευκτα σε χάος, σε φρί­κη, σε θάνατο, σε κόλαση: ή φρόνηση σε αφροσύνη, ή αίσθηση σε απόγνωση, ή επιθυμία σε αυτοδιάσπαση μέσα από την αυτοθέωση ή την αυτοεξουθένωση.

*  Ή στάση μας έναντι των μη ορθοδόξων χριστια­νών: πρώτον, να μείνουμε ακλόνητοι, με την καρδιά, με την διάνοια και με την ζωή μας, στην Ορθοδοξία, στα ιερά της Μυστήρια και τις ιερές της αρετές. Με τον τρόπο αυτό θα καταστήσουμε τον εαυτό μας καθο­λικό, τον νου, την καρδιά και την ζωή μας. Να ζούμε συνεχώς «συν πάσι τοις αγίοις» (Έφ. 3, 18), επειδή μονάχα έτσι μπορούμε να γνωρίσουμε τα θεανθρώπινα βάθη, ύψη και πλάτη του Χριστού. Να ζούμε «συν πά­σι τοις αγίοις» θα πει να σκεφτόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», πού θα πει να αισθανόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», δηλαδή να προσευχόμαστε «συν πάσι τοις α­γίοις» και τέλος, να αγαπάμε «συν πάσι τοις αγίοις».

 Μονάχα με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται το ιερό και αλάνθαστο μέτρο της Αληθείας, δηλ. της Εκκλη­σίας του Χριστού ή οποία πάντοτε αποτελεί την Υπο­στατική Αλήθεια του Θεανθρώπου Χριστού και όχι κάποιου άλλου προσώπου ή πράγματος.

 Η Θεανθρώπινη εξέλιξη

*  Ζητάς να σου απαντήσω στο ερώτημα, αν μπο­ρεί ή επιστημονική αντίληψη περί της εξελίξεως του κόσμου και του ανθρώπου να συνυπάρξει με την πα­ραδοσιακή ορθόδοξη αίσθηση και γνώση. Ακόμη, ρωτάς ποιά, το ποιά είναι στην περίπτωση αυτή ή στάση των Πατέρων και για το αν υπάρχει γενικώς ή ανάγκη για μια τέτοια συνύπαρξη. Με πολλή συντο­μία λοιπόν γράφω τα έξης:

Ή ανθρωπολογία της Καινής Διαθήκης στήκει και πίπτει επάνω στην ανθρωπολογία της Παλαιάς. Ό­λο το Ευαγγέλιο της Παλαιάς Διαθήκης: ό άνθρωπος - εικόνα του Θεού! Όλο το Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης: ό Θεάνθρωπος - εικόνα του άνθρωπου. Ότι ουράνιο, θείο, αιώνιο, αθάνατο και αμετάβλητο στον άνθρωπο αποτελεί μέσα του την εικόνα του Θεού, το θεοειδές του ανθρώπου.

Αυτό το θεοειδές στον άνθρωπο κακοποιήθηκε με την εθελούσια αμαρτία εκείνου, με την σύμπραξη με τον διάβολο, μέσω της αμαρτίας και του θανάτου ως απόρροιας της παραβάσεως. Γι' αυτό και ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να ανακαινίσει την εφθαρμένη από την αμαρτία εικόνα Του. Γι' αυτό ενηνθρώπησε και έμεινε στον κόσμο των ανθρώπων ως Θεάνθρωπος, ως Εκκλησία, για να προσφέρει στην εικόνα του Θεού - τον άνθρωπο - όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε αυτός ο παραμορφωμένος θεόμορφος άνθρωπος να μπορέσει μέσα στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, με την βοήθεια των ιερών μυστηρίων και των αρετών, να ωριμάσει: «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4, 13). Αυτή είναι η θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρώπου, αυτή και η θεανθρώπινη ανθρωπολογία. Ο σκοπός του θεοειδούς όντος που λέγεται άνθρωπος είναι ένας: να γίνει σταδιακά τέλειος όπως ο Θεός Πατήρ, να γίνει θεός κατά χάριν, να επιτύχει την θέωση, την θεοποίηση, την Χριστοποίηση, την Τριαδοποίηση. Κατά τους Αγίους Πατέρες, «Θεός ενηνθρώπησε, ίνα ο άνθρωπος Θεός γένηται» (Μέγας Αθανάσιος).

 Όμως, οι αποκαλούμενες «επιστημονικές» ανθρω­πολογίες διόλου δεν αναγνωρίζουν το θεοειδές της ανθρώπινης υπάρξεως. Με αυτό, αρνούνται προκατα­βολικά την Θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρωπίνου όντος.

Αν ό άνθρωπος δεν αποτελεί την εικόνα του Θεού, τότε ό Θεάνθρωπος και το Ευαγγέλιο Του αποτελούν κάτι το αφύσικο για έναν τέτοιον άνθρωπο, κάτι το μηχανικό και απραγματοποίητο. Τότε, ο Θεάνθρω­πος Χριστός είναι ένα ρομπότ πού κατασκευάζει άλλα ρομπότ. Ό Θεάνθρωπος γίνεται ένας δυνάστης αφού θέλει από τον άνθρωπο, διά της βίας, να πλάσει ένα όν τέλειο όπως ό Θεός. Στην ουσία μιλάμε για μία δι­κανική ουτοπία, μια αυταπάτη και ένα απραγματοποί­ητο «ιδανικό». Στο τέλος - τέλος, πρόκειται για ένα μύθο, για μία αφήγηση.

Αν ό άνθρωπος λοιπόν, δεν είναι μια θεοειδής ύ­παρξη, τότε και ό ίδιος ό Θεάνθρωπος είναι περιττός αφού οι επιστημονικές θεωρίες περί εξέλιξης δεν δέ­χονται ούτε την αμαρτία αλλά ούτε και τον Σωτήρα της αμαρτίας. Στον επίγειο κόσμο της «εξέλιξης» τα πάντα είναι φυσικά και χώρος για αμαρτία δεν υπάρ­χει. Γι' αυτό και είναι κωμικό να γίνεται λόγος περί Σωτήρος και σωτηρίας από την αμαρτία. Σε τελική α­νάλυση τα πάντα είναι φυσικά: ή αμαρτία, το κακό και ό θάνατος. Γιατί, αν όλα στον άνθρωπο συμβαί­νουν και δίδονται ως αποτέλεσμα της εξέλιξης, τότε δεν υπάρχει κάτι το όποιο χρειάζεται να σωθεί σε αυ­τόν αφού τίποτε αθάνατο και αμετάβλητο δεν έχει μέ­σα του παρά όλα του είναι γήινα και χοϊκά και σαν τέτοια είναι παροδικά, φθαρτά και θνητά.

Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο της «εξέλιξης» δεν έ­χει θέση ούτε ή Εκκλησία ή οποία είναι το σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Ή θεολογία πάλι ή οποία θε­μελιώνει την ανθρωπολογία της επάνω στην «επι­στημονική» θεωρία της εξέλιξης δεν είναι τίποτε πε­ρισσότερο από μια αυτοαναίρεση. Πρόκειται στην ου­σία για θεολογία δίχως Θεό και ανθρωπολογία δίχως άνθρωπο. Αν ο άνθρωπος δεν είναι η αθάνατη, αιώνια και θεανθρώπινη εικόνα του Θεού, τότε όλες οι θεο­λογίες και όλες οι ανθρωπολογίες δεν είναι παρά μια ανόητη φάρσα, μια τραγική κωμωδία.

*   Ή ορθόδοξη θεολογία και ή σχέση πού έχουμε με τούς Αγίους Πατέρες, είναι ή οδός και η ανάβαση μας προς την Θεανθρώπινη, την ορθόδοξη Παναλήθεια. Αυτό είναι κάτι πού θέλει ανάλυση, είναι για ό­σους ασχολούνται με τα ευαγγελικά ζητήματα επάνω στον πλανήτη. Όλα πάλι τα ευαγγελικά προβλήματα επικεντρώνονται ουσιαστικά στο πρόβλημα του αν­θρώπου. Και όλα τα προβλήματα του ανθρώπου επικε­ντρώνονται σε ένα μόνο πρόβλημα, εκείνο του Θεαν­θρώπου. Μονάχα ο Θεάνθρωπος αποτελεί την λύση στο καθολικό αίνιγμα που λέγεται άνθρωπος. Δίχως Θεάνθρωπο και έξω από τον Θεάνθρωπο, ο άνθρωπος πάντα -συνειδητά ή όχι- μεταλλάσσεται σε υπάνθρωπο, σε ομοίωμα ανθρώπου, σε υπεράνθρωπο, σε διαβολάνθρωπο. Απόδειξη και αποδείξεις για τούτο; Όλη ή ιστορία του ανθρωπίνου γένους.

*   Εγώ πασχίζω πάντοτε να επιβεβαιώνω τις σκέ­ψεις μου στα γραπτά των Αγίων Πατέρων. Παρακαλώ λοιπόν και εσάς, όσα λαμβάνετε από έμενα, να τα επα­ληθεύετε με αυστηρότητα επάνω στους Άγιους Πατέ­ρες. Μην τυχόν και ή ψυχή μου αμαρτήσει με την διάνοια, μην προσκολληθή ή διάνοια μου σε κάποιο αμάρτημα και αμαρτήσει στο ιερό μυστήριο της Α­γίας Τριάδος. Γι' αυτό, μην πάψετε να εύχεστε για μέ­να ώστε πάντοτε ό νους μου να είναι ένας χαρούμενος δούλος της αγίας ταπεινοφροσύνης και της ιερής προ­σευχής, της αδιάλειπτης και ακούραστης.

*  Τί σημαίνει το να είσαι Χριστιανός; Είμαι Χρι­στιανός σημαίνει είμαι αναμάρτητος. Αυτό σημαίνει, ότι είμαι όλος του Χριστού, εξ' όλης της ψυχής, εξ' ό­λης της καρδίας, εξ' όλης της διανοίας και εξ' όλης της βουλήσεως. Αυτό πάλι επιτυγχάνεται όταν με πίστη, αγάπη, προσευχή, ελπίδα και όλες τις ιερές αρετές πα­ραδώσουμε στον γλυκύτατο Κύριο και τον νου και την ψυχή και την καρδιά και την βούληση. Τότε Εκεί­νος τις επεξεργάζεται και τις μεταπλάθει σε καινή ψυ­χή, καινή καρδιά, καινό νου και καινή βούληση....

*  Το μεγαλύτερο μυστήριο είναι αυτό πού βρίσκε­ται μέσα στον άνθρωπο παρά στους κόσμους πού πε­ριβάλλουν τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι άνθρωποι κατα­φεύγουν με μεγαλύτερη ευκολία στα πράγματα, σκαλί­ζουν ανάμεσα τους, ανακατεύονται με αυτά, τα ερω­τεύονται, τα λατρεύουν και τα θεοποιούν, και όλα αυ­τά τα είδωλα τους τα ονομάζουν με ένα συλλογικό ό­νομα κουλτούρα και πολιτισμό. Φεύγοντας μακριά από το εσωτερικό τους μυστικό, οι άνθρωποι καταφεύ­γουν στα πράγματα, αναμιγνύονται μαζί τους, μετα­μορφώνονται ακόμη σε αυτά. Σε αυτό συνίσταται ή μεγάλη τους πτώση και έκπτωση, σε αυτό και ή ουσία της ανθρώπινης τραγωδίας, ανέκαθεν και εις τούς αιώ­νες. Όλη ή αλήθεια περί αυτού εκφράζεται στην Α­γία Γραφή: «και εκρύβησαν ο τε Αδάμ και ή γυνή αυτού από προσώπου Κυρίου του Θεού εν μέσω του ξύ­λου του παραδείσου» (Γεν. 3, 8). Αυτό είναι κάτι πού συμβαίνει αδιάλειπτα: κρύβονται οι άνθρωποι ανάμε­σα στα πράγματα, φεύγοντας από τον Θεό, από τον ε­αυτό τους και τον κόσμο πού τούς περιβάλλει.

 *  Όταν ό άνθρωπος αποκολληθεί από την λατρεία των πραγμάτων και κοιτάξει με θάρρος μέσα του, βρί­σκει εντός του ένα τόσο ενδιαφέρον, ασυνήθιστο και θαυμαστό μυστήριο ώστε με χαρά πετάει στο χώμα ό­λα τα εξωτερικά είδωλα και με αποφασιστικότητα στρέφεται προς το μυστήριο του προσώπου του σαν σε κάτι το όποιο αξίζει περισσότερο και απ' όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού. Ένας τέτοιος άνθρωπος γίνεται μάρτυρας ενός μεγάλου και ιερού μυστηρίου. Για ένα τέτοιο μαρτύριο είναι που αξίζει να ζει κανείς σε αυτό το πολύπαθο κόσμο.

*  Όταν ό άνθρωπος με ειλικρίνεια και υπομονή υ­ποφέρει το ιερό μυστήριο του προσώπου του, τότε του δίδονται ξεχωριστές στιγμές διόρασης. Σε αυτές τις στιγμές αγγίζει τα κατώτερα βάθη της προσωπικότη­τας του και ανακαλύπτει την πηγή της: το έλλογο. Από την πηγή εκείνη ρέει ύδωρ ζων το όποιο αρδεύει με αθανασία την ανθρώπινη ύπαρξη.

*  Το να φονεύσεις άνθρωπο σημαίνει να του αρπά­ξεις τον χρόνο πού του έδωσε ό Θεός ώστε, με την ε­πίγειο ζωή του μέσα στον χρόνο, να αποκτήσει την αιώνια ζωή. Σημαίνει ακόμη ότι απλώνεις το χέρι σου επάνω στο πολυτιμότερο δημιούργημα του Θεού μέσα στον ορατό κόσμο. Στο τέλος - τέλος σημαίνει ότι στρέφεσαι ενάντια σε αυτόν τον ίδιο τον Θεό αφού, ότι έχει ό άνθρωπος, από το Θεό προέρχεται, ή ψυχή και το σώμα.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

ΑΒΒΑ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ  ΠΟΠΟΒΙΤΣ  (1894-1979)

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ