Ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Βηθλεὲμ καὶ τοῦ Ἰορδάνη στὸ σκότος τῆς Ἀσίζης
Δὲν ἦταν ἐκκλησιαστικὴ ἡ σύναξη τῆς Ἀσίζης, ποὺ συνεκάλεσε ὁ πάπας στὶς 24.1.2002. Ἂν διαβάσει κανεὶς τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἐρευνήσει τὴν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ συναντήσει πουθενὰ τέτοια συνάντηση, τέτοιο κακὸ συναπάντημα. Ἡ Ἐκκλησία ἐπὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια λειτουργεῖ ὡς σύναξη καὶ κοινωνία τῶν πιστῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἑνωμένοι μὲ τὸ ἕνα Βάπτισμα καὶ τὴν μία Εὐχαριστία, ὁμολογοῦν τὴν μία πίστη εἰς Πατέρα, εἰς Υἱὸν καὶ εἰς Ἅγιον Πνεῦμα, εἰς Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον. Ὅλες οἱ χριστιανικὲς συνάξεις ἀρχίζουν μὲ τὴν δοξολόγηση τῆς βασιλείας τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἢ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ὁ κόσμος φωτίσθηκε μὲ τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως». Ἐγκαταλείπονται ὅλες οἱ ἄλλες ψεύτικες θρησκεῖες· στὰ πρόσωπα τῶν τριῶν μάγων, ποὺ προσκύνησαν τὸν Χριστὸ ἐκπροσωπεῖται ὅλη ἡ πρὸ Χριστοῦ θρησκεύουσα ἀνθρωπότης, ἡ ὁποία διδάσκεται πλέον νὰ προσκυνεῖ τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἐξ ὕψους Ἀνατολή, τὸ φῶς ἐκ φωτός, ποὺ ἔλαμψεν στὸν κόσμο. Στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ κατὰ τὴν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ «ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις».Δὲν ὑπάρχουν πλέον ἄλλα φῶτα, ἄλλες πίστες, ἄλλοι δρόμοι σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ μοναδικὴ ὁδὸς σωτηρίας. Ὁ ἴδιος διακηρύσσει ὅτι «ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. 8, 12). Ὅποιος δὲν βαδίζει μέσα στὸ δικό του φῶς βρίσκεται στὸ σκοτάδι καὶ δὲν ξέρει ποὺ πηγαίνει. Υἱοὶ φωτὸς εἶναι μόνον ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν διδασκαλία Του. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 1, 9). Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, τοῦ Βαπτιστοῦ καὶ Προδρόμου, τοῦ πρὸ τῶν Ἀποστόλων Ἀποστόλου, ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν διαδόχων τους ἔχει μία καὶ μοναδικὴ ἀποστολή, νὰ μαρτυρεῖ περὶ τοῦ φωτός, νὰ ἀποκαλύπτει καὶ νὰ φανερώνει αὐτὸ τὸ φῶς στοὺς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου» καθήμενους καὶ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Στὸ ἀποστολικὸ καὶ ἁγιοπατερικὸ αὐτὸ ἔργο οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἐπιφυλάξεις καὶ συμψηφισμοί, κοσμικὲς εὐγένειες καὶ ἐξισώσεις, συγκρητισμοὶ καὶ ἀναμείξεις, ὑποχωρήσεις σὲ ἄρχοντες γιὰ λατρεία ἄλλων θεῶν ἢ ἀναγνώριση τῶν ἄλλων θεῶν καὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Εἴτε ἐπρόκειτο γιὰ Ἰουδαίους ἄρχοντες, εἴτε γιὰ εἰδωλολάτρες, εἴτε γιὰ Μουσουλμάνους, ποὺ ζητοῦσαν ἀναγνώριση τῶν δικῶν τους θεῶν καὶ σεβασμάτων, ἡ στάση τῶν Χριστιανῶν δὲν ἦταν συμβιβαστικὴ καὶ ἐξισωτική, ὅπως συμβαίνει σήμερα μὲ πολλοὺς θεολόγους καὶ κληρικοὺς τῶν διαθρησκειακῶν συναντήσεων καὶ διαλόγων, ἀλλὰ ἀπόλυτη καὶ σαφής· πουθενὰ ἀλλοῦ, σὲ κανένα ἄλλο Θεὸ ἢ σέβασμα, δὲν ὑπάρχει δυνατότης σωτηρίας. Ἐνώπιον τῶν Ἑβραίων ἀρχόντων ὁδηγηθέντες οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης — αὐτὲς εἶναι οἱ ἀληθινὲς διαθρησκειακὲς συναντήσεις, οἱ γνήσιοι διαθρησκειακοὶ διάλογοι — δὲν τοὺς εἶπαν ὅτι ἔχομε τὴν ἴδια πίστη μὲ σᾶς, πιστεύομε στὸν ἴδιο Θεό, ἀλλὰ μὲ παρρησία τοὺς ἐπέκριναν γιὰ τὴν ἄρνηση καὶ τὴν σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴ ὁδὸ καὶ ἐλπίδα σωτηρίας: «Καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομα ἐστὶν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. 4, 12).
Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν δυὸ χιλιάδων ἐτῶν ἐπιφανείας καὶ ἐπιλάμψεως τοῦ θεϊκοῦ Φωτός, ἔθνη, λαοὶ καὶ ἄτομα φωτίσθηκαν καὶ ἐσώθηκαν ἐνσωματωθέντα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Συναντῶνται ἑκατομμύρια πιστῶν στὴν εὐχαριστιακὴ συνάντηση καὶ κοινωνία, διαρκῶς καὶ ἀδιαλείπτως, κάθε ἡμέρα σχεδόν, καὶ ὄχι μόνον εὔχονται «ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου», εἰς τρόπον ὥστε νὰ καθιστοῦν περιττὴ τὴν συνάντηση τῆς Ἀσίζης, ἀλλὰ καὶ διακηρύσσουν ὅτι «εἴδομεν τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες», πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔκανε οὔτε μποροῦσε νὰ κάνει ἡ Ἀσίζη, γιατί ἐκεῖ ὑπῆρχαν πολλὰ ἔθνη καὶ λαοί, πιστεύοντα εἰς ἄλλους θεοὺς καὶ μὴ εὑρόντα τὴν ἀληθῆ πίστη.


