Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Νικόλαος Σωτηρόπουλος: Το Άγιον Πνεύμα



ΝΙΚΟΛΑΟΥ  I.  ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Θεολόγου – Φιλολόγου
ΑΘΗΝΑΙ 2003
ΤΟ  ΑΓΙΟΝ  ΠΝΕΥΜΑ
 Το μεγαλύτερο δόγμα του Χριστιανι­σμού, η μεγαλύτερη αλήθεια της Πίστεως, είνε ο Θεός μας. Η έννοια του Θεού μας είνε τόσο παράδοξη, τόσο μυ­στηριώδης, ώστε τέτοια έννοια ήταν αδύνατο να έλθη στη διάνοια του ανθρώπου. Η έννοια του Θεού μας είνε αδιανόητη και ανεπινόητη. Ο Θεός ως ένα ον κανονικώς έπρεπε να εννοήται ως ένα πρόσωπο. Δώ­δεκα Θεοί του Ολύμπου, ψεύτικοι βεβαί­ως Θεοί, εννοούνταν ως δώδεκα πρόσω­πα. Αλλ’ ο ένας Θεός του Χριστιανισμού, ο αληθινός Θεός, δεν εννοείται ως ένα πρόσωπο, αλλ’ ως τρία πρόσωπα, ως τρεις ύψιστες προσωπικότητες. Ο τριαδικός Θεός, αυτό είνε το παράδοξο των παρα­δόξων, αυτό είνε το μυστήριο των μυστη­ρίων, που δεν ήταν δυνατό να έλθη στη διάνοια του ανθρώπου.
Υπάρχει η έννοια του τριαδικού Θεού, η αδιανόητη και ανεπινόητη ανθρωπίνως, διότι υπάρχει πραγματικώς ο τριαδικός Θεός και φανέρωσε τον εαυτό του στους ανθρώπους. Άξιο παρατηρήσεως, ότι σ’ όλες τις αρχαίες μεγάλες Θρησκείες και Θεολογίες υπάρχει η έννοια της τριάδος. Το Αιγυπτιακό Πάνθεο είνε γεμάτο από τριάδες. Και διερωτάται κανείς: Πως στις αρχαίες μεγάλες Θρησκείες και Θεολο­γίες υπάρχει η έννοια της τριάδος; Η απάντησι στο σπουδαίο τούτο ερώτημα είνε: Από την αρχή, από τότε που δημιουργήθηκαν, οι άνθρωποι γνώρισαν το Θεό, το Δημιουργό τους, ως τριαδικό. Και από τότε, από την αφετηρία της, η ανθρωπότης διατήρησε ανάμνησι της τριαδικότητος του Θεού. Αλλ’ όσο παρέρχονταν οι αιώνες, όσο απομακρυνόταν η ανθρωπότης από την αφετηρία της, η έννοια της τριάδος αλλοιωνόταν, εξασθενούσε, έχα­νε την αρχική της σαφήνεια και λάμψι, συ­σκοτιζόταν, γινόταν όλο αμυδρότερη. Έξω δε από τη θεόπνευστη Γραφή, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, η έννοια της τριάδος εν συγκρίσει προς τις άλλες Θρησκείες διασώθηκε καθαρώτερη στην Ινδική Θρησκεία, όπου ο Βράχμα, ο Βισνού και ο Σίβα εννοούνται ως τρία πρόσω­πα, αλλ’ ως ένας Θεός. Αλλά μέσα στη Γραφή και στη Θρησκεία μας η αλήθεια του τριαδικού Θεού είνε ολοκάθαρη, λάμ­πει ηλίου φαεινότερον, διότι η Γραφή είνε θεόπνευστη και η Θρησκεία μας είνε εξ αποκαλύψεως. Κατά τη Γραφή και τη Θρη­σκεία μας ο Θεός είνε Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, τρία δηλαδή πρόσωπα η υποστάσεις, αλλά μία ουσία η θεότης.
Για να λάβωμε κάποια αμυδρή ιδέα του υψίστου μυστηρίου, του τριαδικού Θεού, ας αποβλέψωμε στον ήλιο, αυτόν τον μεγαλειώδη και τα μέγιστα ευεργετικόν αστέρα. Δεν αστοχούμε εάν πούμε, ότι ο φυσικός ήλιος είνε μία εικών του νοη­τού ήλιου, του Θεού μας. Στο φυσικό ήλιο υπάρχουν τρία πράγματα: Ο λαμπρός δί­σκος, που θαυμάζουμε ιδίως κατά την ανατολή και τη δύσι του· το φως, που γεννάται αμέσως από το δίσκο. και η θερμότης, που εκπορεύεται αμέσως από το δίσκο. Ήλιος είνε ο δίσκος, ήλιος είνε το φως, ήλιος είνε η θερμότης. Αλλ’ αυτά τα τρία δεν είνε τρεις ήλιοι, είνε ένας ήλιος, διότι και τα τρία στηρίζονται σε μία μάζα η ουσία, υλική ουσία. Έτσι Θεός είνε ο Πατήρ· Θεός είνε ο Υιός, που γεννάται αμέσως από τον Πατέρα· Θεός είνε και το Άγιο Πνεύμα, που εκπορεύεται αμέσως από τον Πατέρα. Αλλ’ αυτά τα τρία πρόσωπα δεν είνε τρεις Θεοί, είνε ένας Θεός, διότι και τα τρία πρόσωπα έχουν μία και την αυτή ουσία, Πνευματική ουσία είνε ομοούσια. Επειδή δε και τα τρία πρόσωπα έχουν μία και την αυτή ουσία, γι’ αυτό δεν είνε καν­ένα ανώτερο και κανένα κατώτερο από το άλλο, αλλά και τα τρία είνε ίσα και ισότιμα.

ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΙΑ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ 
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ανέκαθεν πιστεύει και δο­ξάζει τριαδικό Θεό. Κατά τον αρχαιότατο εκκλησιαστικό ύμνο Φως ιλαρόν οι πιστοί υμνούν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν.
Κατά τον 4ον αιώνα εμφανίσθηκαν αιρε­τικοί, οι οποίοι δεν παραδέχονταν τον τριαδικό Θεό. Είνε οι Αρειανοί και οι ακολουθήσαντες αυτούς Μακεδονιανοί. Εξ αιτίας δε των αιρετικών αυτών συνεκλήθη η Α' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία κατωχύρωσε και διακήρυξε τη θεότητα του Υιού, και η Β' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία καταχώρησε και διακήρυξε τη θεό­τητα του Αγίου Πνεύματος. Αυτές δε οι δύο Σύνοδοι συνέταξαν το Σύμβολο της Πίστεως.
Σήμερα Ορθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικι­σμός και σχεδόν ολόκληρος ο Προτεσταν­τισμός ομολογεί πίστι στον τριαδικό Θεό.

ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ 
Ως προς το Άγιο Πνεύμα ειδικώς, στο οποίον αφιερώνεται το παρόν Ημερο­λόγιο, οι Αρειανοί, οι Μακεδονιανοί, ολί­γοι Προτεστάντες και οι λεγόμενοι Μάρ­τυρες του Ιεχωβά αρνούνται τη θεότητά του και διδάσκουν, ότι το Άγιο Πνεύμα είνε απλώς δύναμις, η ενεργός δύναμι του Ιεχωβά, όπως εκφράζονται οι ψευδο- Μάρτυρες του Ιεχωβά.
Αλλά και μερικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, επειδή στερούνται κατηχήσεως και στοι­χειώδους θεολογικής γνώσεως, δεν έχουν συνειδητοποιήσει, ότι το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο και Θεός, και μάλλον θεω­ρούν το Άγιο Πνεύμα απλώς ως δύναμι!
Στο παρόν Ημερολόγιο επί τη βάσει χω­ρίων της Αγίας Γραφής αποδεικνύεται, ότι το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο και Θεός, γίνεται δε λόγος και για το έργο του Αγί­ου Πνεύματος στην Εκκλησία.
ΕΠΕΙΔΗ το Άγιο Πνεύμα έχει δύναμι, μάλιστα παντοδυναμία γι’ αυτό σε (ορι­σμένα χωρία, όπως π. Χ. Πράξ. 2:4 (επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου), 6:3 (πλήρεις Πνεύματος Αγίου), το Άγιο Πνεύμα σημαίνει πραγματικώς δύναμι, χάρι, χαρίσματα. Ο Ιησούς είπε στους μαθητάς του: Λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ’ υμάς (Πράξ. 1:8). Θα λάβετε, δύναμι, όταν θα έλθη το Άγιο Πνεύμα σε σάς.
Ναι, το Άγιο Πνεύμα σημαίνει δύναμι, αλλά τούτο δεν αποκλείει, ότι το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο. Ρητώς ο Πατήρ και ο Υιός λέγονται δύναμις (Ματθ. 26:64, Α' Κορ. 1:24), και όμως είνε πρόσωπα. Και άγγελοι ονομάζονται δυνάμεις (Ρωμ. 8:38, Α' Πέτρ. 3:22), αλλ’ είνε πρόσωπα. Και για το Σίμωνα το μάγο, ενώ ήταν πρόσωπο, άνθρωπος, οι κατάπληκτοι από τις μαγείες του έλεγαν: Ούτος έστιν η δύναμις του Θεού η μεγάλη (Πράξ. 8:10).
Και εμείς σήμερα για πρόσωπο, που έχει σπουδαία ικανότητα και αξία, λέγουμε, ότι είνε κεφάλαιο, ότι είνε δύναμις.
Θ’ αποδειχθή στη συνέχεια, ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είνε απλώς δύναμις, αλλά πρόσωπο, και μάλιστα πρόσωπο της Θεότητος, ο ένας της Τριάδος.

Π
ρος ανατροπήν της αιρετικής γνώμης, ότι το Άγιο Πνεύμα είνε δύναμις, πράγμα νεκρό και ασυνείδητο, όπως π. Χ. Είνε ο άνεμος ή ο ηλεκτρισμός, αναφέ- ρουμε εδώ τρία χωρία, στα οποία γίνεται λόγος και για δύναμι και για το Άγιο Πνεύμα.
Υμείς οίδατε. . . Ιησούν το από Ναζα­ρέτ, ως έχρισεν αυτόν ο Θεός Πνεύματι Αγίω και δυνάμει (Πράξ. 10: 37-38).
Κατά το λόγο τούτο του αποστόλου Πέ­τρου ο Θεός έχρισε τον Ιησού ως άνθρω­πο, με Πνεύμα Άγιον και με δύναμιν. Συνεπώς το Άγιο Πνεύμα και η δύναμις δεν ταυτίζονται, αλλ’ άλλο είνε το Άγιο Πνεύμα και άλλο είνε η δύναμις.
Ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως (Α' Κορ. 2:4). Το ευαγγέλιον ημών
ουκ εγενήθη εις υμάς εν λόγω μόνον, αλλά και εν δυνάμει και εν Πνεύματι Αγίω (Α' Θεσ. 1:5).
Με τους λόγους τούτους ο απόστολος Παύλος κάνει διάκρισι του Αγίου Πνεύμα­τος από τη δύναμι.
- Το Άγιο Πνεύμα έχει δύναμι, αλλά δεν είνε δύναμις.
Το Πνεύμα έστιν η αλήθεια (Α' Ιωάν. 5:6).
Με το λόγο τούτο ο απόστολος Ιωάννης δεν λέγει ότι το Πνεύμα είνε η δύναμις, όπως λέγουν οι Πνευματομάχοι, αλλά λέ­γει, ότι το Πνεύμα είνε η αλήθεια, όπως αλλού λέγει ο Χριστός για τον εαυτό του (Ιωάν. 14:6).

ΤΟ ΕΚ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΕΚΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΝ
Πρόσωπο η προσωπικότης λέγεται το ον, που έχει λογικό και γνώσι, συναί­σθημα, βούλησι ή θέλησι και εγώ, αυτοσυνειδησία δηλαδή η συνείδησι της υπάρξεώς του. Το δε Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται στη Γραφή με όλο τα γνωρίσματα του προ­σώπου.
Ως προς το λογικό, στο Πράξ. 15: 28 δια­βάζουμε για την απόφασι της Αποστολικής Συνόδου: Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν, τουτέστι, φάνηκε εύλογο στο Άγιο Πνεύμα και σε μας, ή, αποφά­σισε το Άγιο Πνεύμα και εμείς. Τα πρό­σωπα κρίνουν τούτο ή εκείνο εύλογο και αποφασίζουν, τα πράγματα, όπως ο ηλεκτρισμός, δεν έχουν κρίσι, διότι δεν έχουν λογική. Άρα το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσω­πο, και μάλιστα ύψιστο πρόσωπο. Κανονικώς αναμενόταν να λεχθή Έδοξε τω Κυρίω, αλλ’ ελέχθη Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι, διότι το Άγιο Πνεύμα είνε Κύ­ριος, Θεός.
Ως προς τη γνώσι, στο Α' Κορ. 2:10-11 περιέχεται: Το Πνεύμα πάντα ερευνά, και τα βάθη του Θεού. . . Τα του Θεού ουδείς οίδεν, ει μη το Πνεύμα του Θεού. Το ερευνά και το οίδε σημαίνει γνωρί­ζει. Το Άγιο Πνεύμα γνωρίζει το πάντα, και τα βάθη του Θεού Πατρός. Άρα το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο, και μάλιστα πρόσωπο της Θεότητος, αφού γνωρίζει τα πάντα, αφού είνε παντογνώστης.
Ως προς το συναίσθημα, στο Εφεσ. 4:30 γράφεται: Μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον του Θεού. Τα πρόσωπα λυπούνται, όχι τα πράγματα. Και αφού εξ αιτίας των αμαρτιών μας το Πνεύμα το Άγιον λυπείται, είνε πρόσωπο, και μάλιστα θείο πρόσωπο. Κανονικώς αναμενόταν να λεχθή Μη λυπείται τον Θεόν, αλλ’ ελέχθη Μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον, διότι το Πνεύμα το Άγιο είνε Θεός.
Ως προς τη βούλησι ή θέλησι, στο Α' Κορ. 12:11 διαβάζουμε: Πάντα ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαι­ρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται. Όλα δηλαδή τα χαρίσματα ενεργεί το ένα και το αυτό Πνεύμα. Και τα διανέμει ιδιαιτέ­ρως στον καθένα όπως αυτό θέλει. Αλλ’ αφού το Πνεύμα ενεργεί όλα τα χαρίσμα­τα, και μάλιστα τα διανέμει όπως αυτό θέ­λει, άρα είνε πρόσωπο, και μάλιστα Θεός.
Ως προς το εγώ, την αυτοσυνειδησία δηλαδή, στο Πράξ. 10:19-20 γράφεται: Είπεν αυτώ (τω Πέτρω) το Πνεύμα. Ιδού άνδρες τρεις ζητουσί σε. . . Εγώ απέσταλκα αυτούς. Αλλ’ αφού το Πνεύμα έχει εγώ, συνείδησι της υπάρξεώς του, άρα είνε πρόσωπο. Και επειδή είνε πρόσωπο, γι’ αυτό και ωμίλησε στον Πέτρο, και απέστειλε προς αυτόν τους τρεις άνδρες. Και απέστειλεν αυτούς, αφού έδωσεν εντολή δια μέσου αγγέλου στον Κορνήλιο (Πράξ. 10:1-8). Άρα το Πνεύμα, πρόσωπο ανώτερο των αγγέλων, είνε πρόσωπο της Θεότητος.
Το Πνεύμα το Άγιο είνε πρόσωπο, διότι ακούει, λαλεί, αναγγέλει (Ιωάν. 16:13), λέγει (Πράξ. 21:11), προλέγει (Πράξ. 1:16), διδάσκει και υπομιμνήσκει (Ιωάν. 14:26), μαρτυρεί (Ιωάν. 15:26), συμ­μαρτυρεί τω πνεύματι ημών (Ρωμ. 8:16), προμαρτύρεται (Α' Πέτρ. 1:11), διαμαρ­τύρεται (Πράξ. 20:23), επιποθεί προς φθόνον (Ιακ. 4:5), ήτοι ως νυμφίος των ψυχών υπεραγαπά ζηλοτύπως, προσκαλεί αποστόλους (Πράξ. 13:2), θέτει επι­σκόπους (Πράξ. 20:28) κ. α. Πολλές δε από τις ιδιότητες και τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος δεν αποδεικνύουν μόνο την προσωπικότητα του Αγίου Πνεύμα­τος, αλλά και τη θεότητά του.
Ο Χριστός ειπε: Εγώ ερωτήσω τον Πα­τέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν. . . Και εν υμίν έσται (Ιωάν. 14:16-17). Ένας Παράκλητος είνε ο Χριστός (βλέπε και Α' Ιωάν. 2:1), το δε Άγιο Πνεύμα είνε άλλος Παράκλητος. Αφού δε ο Χριστός πα­ραβάλλει το Άγιο Πνεύμα προς τον εαυτό του, άρα το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο. Και αφού επίσης ο Χριστός αποδίδει στο πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος τη δυνα­τότητα να κατοική εντός όλων των πιστών, όπως κατά το Ιωάν. 14:23 δύναται να κατοική ο Πατήρ και ο Υιός, άρα το Άγιο Πνεύμα είνε Θεός.
Ο Χριστός έδωσε εντολή να βαπτίζωνται οι άνθρωποι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. 28:19). Κατά τη Γ ραφή ουδέποτε γί­νεται κάτι εις το όνομα (ή εν τω ονόματι) δυνάμεως ή πράγματος γενικώς, αλλά πάντοτε εις το όνομα (ή εν τω ονόματι) προσώπου. Αφού δε η βάπτισις γίνεται εις το όνομα. . . Και του Αγίου Πνεύματος, άρα και το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο. Ότι δε το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο, τούτο φαίνεται και από το ότι τί­θεται παραλλήλως και συμπαρατίθεται με τα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού. Επί­σης πρέπει να παρατηρηθή, ότι το βαπτίζομαι εις το όνομα του Αγίου Πνεύματος σημαίνει, παραδίδομαι και ανήκω πλέον στο Άγιο Πνεύμα και είμαι ιδιοκτησία του. Αλλ’ αυτή η έννοια ευσταθεί, αν το Άγιο Πνεύμα είνε πρόσωπο και Θεός. Τέ­λος πρέπει να παρατηρηθή και τούτο, ότι το παρόν χωρίο για τη βάπτισι Ματθ. 28:19, χωρίο κλασσικό, δεικνύει την τριάδα των θείων προσώπων, αλλά και τη μονάδα της ουσίας των, διότι λέγει εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύ­ματος, δεν λέγει εις τα ονόματα. Οι Τρεις είνε ένα όνομα, τουτέστι μία φύσις, ουσία, μία θεότης.
Στο Σύμβολο της Πίστεως η Β' Οικουμε­νική Σύνοδος, η οποία συνέταξε τα τε­λευταία άρθρα του Συμβόλου, για τον τρό­πο της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος μας έδωσε την διατύπωσι το εκ του Πα­τρός εκπορευόμενον. Ο Πατήρ υπάρχει αγεννήτως. Ο Υιός υπάρχει με τον τρόπο της γεννήσεως από τον Πατέρα προ πάν­των των αιώνων. Και το Άγιο Πνεύμα υπάρχει με τον τρόπο της εκπορεύσεως από τον Πατέρα επίσης προ πάντων των αιώνων.
Όπως δε η γέννησις του Υιού από τον Πατέρα είνε δίδαγμα της Αγίας Γραφής, έτσι και η εκπόρευσις του Αγίου Πνεύμα­τος από τον Πατέρα. Ο Χριστός είπε στους μαθητάς του: Όταν έλθη ο Παρά­κλητος, ον εγώ πέμψω υμίν παρά του Πα­τρός, το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται, εκείνος μαρτυρήσει περί εμού (Ιωάν. 15:26). Επειδή ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα, γι’ αυτό είνε της αυτής φύσεως με τον Πατέρα, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού γεννώμενος. Ομοίως δε, επειδή το Άγιο Πνεύμα εκ­πορεύεται από τον Πατέρα, γι’ αυτό είνε της αυτής φύσεως με τον Πατέρα, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού εκπορευόμε­νος.
Τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος δει­κνύει και η ονομασία το Πνεύμα της αληθείας. Αυτή η ονομασία, όπου η γενική της αληθείας είνε της ιδιότητος, σημαί­νει το αληθινό Πνεύμα. Είνε δε ο Παρά­κλητος το αληθινό Πνεύμα εν συγκρίσει προς τα αγγελικά και τα ανθρώπινα πνεύ­ματα, τα οποία κατά τινά τρόπο είνε ψεύ­τικα πνεύματα, διότι είνε κτιστά και κατώ­τερα, και, αν τα εγκατέλειπε ο Θεός, θα επανέρχονταν στην ανυπαρξία.
Η διατύπωσις το εκ του Πατρός εκπορευόμενον είνε σύμφωνη προς το λόγο του Χριστού, που παραθέσαμε. Ο Χριστός είπε, ότι αυτός θα στείλη τον Παράκλητο, αλλά πρόσθεσε παρά του Πατρός. Γιατί; Διότι παρά του Πατρός εκπορεύεται. Ο Πατήρ είνε η αρχή στη Θεότητα· γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα, όπως ο ήλιος γεννά το φως και εκπορεύει τη θερμότητα. Απαγόρευσαν δε οι Πατέρες να επιφέρη κανείς μεταβολή στο Σύμβολο της Πίστεως. Εν τούτοις ο Πάπας, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του ανώτερο των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συ­νόδων, μάλλον δε ανώτερο και του Χρι­στού, πρόσθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Αλλ’ αυτό είνε αίρεσις, πολύ μεγάλη αίρεσις- αυτό εισάγει δυαρχία στη Θεότητα- αυτό κατά λογική συνέπεια οδηγεί σε διθεΐα!
Είθε το Άγιο Πνεύμα να φωτίση τον Πά­πα και όλους τους αιρετικούς, ο δε Πάπας και οι αιρετικοί να δεχθούν το φωτισμό, να μετανοήσουν, ν’ αποβάλουν τις αιρέσεις των, και έτσι να γίνη η πολυπόθητη Ένωσις, Ένωσις αληθινή, και όχι Ψευδοένωσις που επιχειρούν οι Οικουμενισταί.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΗΣ
Στο Πράξ. 5:3-4 διαβάζουμε: Ανανία, διατί εκπλήρωσεν ο Σατανάς την καρδίαν σου ψεύσασθαί σε το Πνεύμα το Άγιον. . . ; Ουκ εψεύσω ανθρώποις, αλλά τω Θεώ. Μεταφράζουμε: Ανανία, γιατί κυ­ρίευσε ο Σατανάς την καρδιά σου, ώστε να ειπής ψέμα στο Άγιο Πνεύμα. . . ; Δεν είπες ψέμα σ’ ανθρώπους, αλλά στο Θεό. Ψεύ­δεται κανείς σε πρόσωπο, όχι σε δύναμι, πράγμα νεκρό και ασυνείδητο. Το Άγιο Πνεύμα, στο οποίον ο Ανανίας είπε ψέμα, είνε πρόσωπο, και μάλιστα ασυγκρίτως ανώτερο από τους ανθρώπους, είνε ο Θεός, όλη η θεία ουσία, όπως είνε και ο Πατήρ και ο Υιός.
Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού έστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; Ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός· ο γαρ ναός του Θεού άγιος έστιν, οίτινες έστε υμείς (Α' Κορ. 3:16-17). Με­ταφράζουμε: Δεν ξέρετε, ότι είσθε ναός (κατοικητήριο) του Θεού, και συνεπώς το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σε σάς; Εάν κά­ποιος καταστρέφη το ναό του Θεού, θα καταστρέψη αυτόν ο Θεός. Διότι ο ναός του Θεού είνε άγιος, και ο ναός αυτός είσθε σεις. Η φράσις ναός Θεού ση­μαίνει κατοικητήριο Θεού. Θεός δε εδώ, ο οποίος έχει τους πιστούς ως κατοικητήριο, είνε το Πνεύμα, το οποίον οικεί, κατοικεί, στους πιστούς. Το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα του Πατρός, είνε και αυτό Θεός, είνε ο Θεός, όλη η θεία ουσία, όπως και ο Χριστός είνε ο Υιός του Θεού (Πατρός) και συγχρόνως είνε ο Θεός, όλη η θεία ουσία.
Κατά το Εφεσ. 2:22 οι πιστοί είνε κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι, ο Θεός δηλαδή κατοικεί στους πιστούς με την κατοίκησι του Πνεύματος. Άρα το Πνεύμα είνε ο Θεός, όλη η θεία ουσία.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΜΙΛΕΙ ΩΣ ΓΙΑΧΒΕ
Και ην αυτώ (τω Συμεών) κεχρηματισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ή ιδή τον Χρι­στόν Κυρίου. . . Και αυτός εδέξατο αυτόν (τον Χριστόν) εις τας αγκάλας αυτού και ευλόγησε τον Θεόν και είπε· Νυν απολύεις τον δουλόν σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου (Λουκ. 2:26-30). Με­ταφράζουμε: Και είχε σ’ αυτόν (τον Συ­μεών) αποκαλυφθή από το Πνεύμα το Άγιο, ότι δεν θα έβλεπε θάνατο προτού ιδή τον Χριστό του Κυρίου. . . Τότε αυτός τον πήρε (τον Χριστό) στην αγκαλιά του και δόξασε το Θεό και είπε: Τώρα, Δέσπο­τα, απολύεις τον δούλο σου ευτυχισμένο συμφώνως προς τον λόγο σου, διότι τα μά­τια μου είδαν τον σωτήρα. Ότι ο Συμεών δεν θα έβλεπε θάνατο προτού ιδή τον Χρι­στό, τούτο ήταν χρηματισμός, αποκαλυπτικός δηλαδή λόγος, του Πνεύματος του Αγίου. Συνεπώς το Άγιο Πνεύμα είνε ο Θεός και Δεσπότης, τον οποίο δό­ξασε ο Συμεών, διότι συνέβη κατά το ρήμα αυτού, διότι δηλαδή πραγματοποι­ήθηκε ο αποκαλυπτικός λόγος του.
Γιαχβέ είνε το προσωπικό όνομα του αληθινού Θεού στην Παλαιά Διαθήκη στα εβραϊκά. Παραθέτουμε δύο χωρία της Πα­λαιάς Διαθήκης, στα οποία το Άγιο Πνεύμα ομιλεί ως Γιαχβέ, ως αληθινός Θεός.
Σήμερον, εάν της φωνής αυτού ακούσητε, μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως εν τω παραπικρασμώ κατά την ημέραν του πειρασμού εν τη ερήμω, ου επείρασάν με οι πατέρες υμών, εδοκίμασάν με και είδον τα έργα μου. Τεσσαράκοντα έτη προσώχθισα τη γενεά εκείνη και είπα· Αεί πλανώνται τη καρδία, αυτοί δε ουκ έγνωσαν τας οδούς μου, ως ώμοσα εν τη οργή μου, ει εισελεύσονται εις την κατάπαυσίν μου (Ψαλμ. 94:8-11). Μεταφράζουμε: Σήμερα, όταν ακούσετε τη φωνή αυτού, να μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως κατά την ανταρσία, κατά το χρόνο της προκλήσεως στην έρημο, όπου με προκάλεσαν οι πατέρες σας, με έθεσαν σε δοκιμασία, και είδαν τα έργα μου επί σαράντα έτη. Γι’ αυτό ωργίσθηκα κατά της γενεάς εκείνης και είπα: Πάντοτε εκτρέπονται από το δρόμο με τη θέλησί τους· ναι, αυτοί δεν αγάπησαν το δρόμο μου. Γι’ αυτό στην οργή μου ωρκίστηκα: Δεν θα εισέλθουν στον τόπο μου της αναπαύσεως.  
Το χωρίο τούτο είνε παράδοξο και κατα­πληκτικό. Σ’ αυτό ένα θείο πρόσωπο ομι­λεί στην αρχή για άλλο θείο πρόσωπο, και στη συνέχεια ομιλεί για τον εαυτό του. Και για μεν το άλλο θείο πρόσωπο ομιλεί σε γ' πρόσωπο και χρησιμοποιεί την αντωνυμία αυτού, για δε τον εαυτό του ομιλεί σε α' πρόσωπο και λέγει επείρασάν με, εδοκίμασά με, τα έργα μου, προσώχθισα, είπα, τας οδούς μου, ώμοσα, τη οργή μου, την κατάπαυσίν μου. Αλλά ποιο πρόσωπο ομιλεί στο χωρίο; Κατά τη μαρτυρία του Αποστόλου στο Εβρ. 3:7 ομιλεί το Άγιο Πνεύμα. Και από τα λόγια, που λέγει για τον εαυτό του, είνε ολοφάνερο, ότι το Άγιο Πνεύμα είνε Γιαχβέ, αληθινός Θεός. Με την αντωνυμία δε αυτού στην αρχή του χωρίου το Άγιο Πνεύμα διακρίνει τον εαυτό του από τον Θεό Πατέρα. Συντόμως η έννοια του χω­ρίου είνε: Σήμερα, κατά τη μεσσιακή εποχή, όταν ακούσετε τη φωνή αυτού, του Θεού Πατρός, ομιλούντος δια μέσου του Υιού, μη πράξατε όσα ασεβή έπραξαν οι πατέρες σ’ εμένα το Πνεύμα το Άγιο, και ωργίσθηκα και τους τιμώρησα.
Άξιο παρατηρήσεως, ότι κατά το παρόν χωρίο οι Εβραίοι επείρασαν το Πνεύμα το Άγιο, κατά το Α' Κορ. 10:9 επείρασαν τον Χριστό, και κατ’ άλλα χωρία, όπως Ψαλμ. 77 (78):41,56, επείρασαν τον Θεό. Και τους Τρεις επείρασαν οι Εβραίοι, διότι οι Τρεις είνε μία ουσία η Θεότης.
Και ήλθε επ’ εμέ Πνεύμα και έστησε με επί τους πόδας μου και ελάλησε προς με και ειπέ μοι. Είσελθε και εγκλείσθητι εν μέσω του οίκου σου. Και συ, υιέ ανθρώπου, ιδού δέδονται επί σε δεσμοί, και δήσουσί σε εν αυτοίς, και ου μη εξέλθης εκ μέσου αυτών. Και την γλώσσαν σου συνδήσω και αποκωφωθήση και ουκ έση αυτοίς εις άνδρα ελέγχοντα, διότι οίκος παραπικραίνων εστί. Και εν τω λαλείν με προς σε ανοίξω το στόμα σου και ερείς προς αυτούς- Τάδε λέγει Κύριος. . . (Ιεζ. 3: 24-27).
Το Πνεύμα ομιλεί στον προφήτη, λέγει ότι θα τον δέσουν (πρβλ. Πράξ. 21:11), ότι θα τον καταστήση άλαλο, και ότι πάλι θα λαλήση προς αυτόν και θα του άνοιξη το στόμα για να κηρύξη λέγοντας: Τάδε λέγει Κύριος. . . Το Πνεύμα θα λαλή, και ο προ­φήτης, μεταδίδοντας τους λόγους του Πνεύματος, θα διακηρύττη: Τάδε λέγει Κύριος. . . Άρα το Πνεύμα είνε Κύριος, στα εβραϊκά Γιαχβέ, αληθινός Θεός.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ
Και είπε Κύριος. . . Δεύτε και καταβάντες συγχέωμεν αυτών εκεί την γλώσσαν. . . Εκεί συνέχεε Κύριος τα χείλη πάσης της γης (Γεν. 11:6-9).
Το β' πρόσωπο δεύτε (=έλθετε) αποκλείει να είνε οι πληθυντικοί της μεγαλοπρεπείας· είνε μυστηριώδεις πληθυντικοί αναφερόμενοι στο μυστήριο των προσώ­πων της Θεότητος, όπως οι πληθυντικοί ποιήσωμεν και ημών στα χωρία Γεν. 1:26 και 3:22 αντιστοίχως. Το δεύτε (=έλθετε) φανερώνει, ότι ο Θεός Πατήρ απευθύνεται σε περισσότερα του ενός πρόσωπα για να κατεβούν και να επιφέ­ρουν σύγχυσι στη γλώσσα των οικοδόμων του πύργου της Βαβέλ. Συμφώνως προς πλήθος χωρία της Γραφής αναφερόμενα σε τρία πρόσωπα, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, στο υπ’ όψιν χωρίο το ένα πρό­σωπο, ο Θεός Πατήρ, απευθύνεται προς δύο πρόσωπα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.
Και τα τρία δε πρόσωπα, που επέφεραν μαζί τη σύγχυσι στη γλώσσα των ανθρώπων, ονομάζονται με το όνομα Κύριος, στα εβραϊκά Γιαχβέ, όπως φαίνεται από τη φράσι Εκεί συνέχεε Κύριος τα χείλη πό­σης της γης. Κύριος λοιπόν, Γιαχβέ, αληθινός Θεός, είνε και το Άγιο Πνεύμα.
Ώφθη δε αυτώ (τω Αβραάμ) ο Θεός (ο Γιαχβέ κατά το Εβραϊκό κείμενο) προς τη δρυί τη Μαμβρή. . . Αναβλέψας δε τοις οφθαλμοίς αυτού είδε, και ιδού τρεις άν­δρες. . . Και ιδών προσέδραμεν εις συνάντησιν αυτοίς. . . Και προσεκύνησεν επί την γην και είπε. Κύριε, ει άρα εύρον χάριν εναντίον σου, μη παρέλθης τον παίδα σου. Ληφθήτω δη ύδωρ, και νιψάτωσαν τους πόδας υμών, και καταψύξατε υπό το δένδρον και λήψομαι άρτον, και φάγεσθε, και μετά τούτο παρελεύσεσθε προς την οδόν υμών, ου ένεκεν εξεκλίνατε προς τον παίδα υμών. Και είπαν ούτω ποίησον, καθώς είρηκας (Γεν. 18: 1-5).
Ο Γιαχβέ φάνηκε οφθαλμοφανώς στον Αβραάμ. Πολλά δε τα παράδοξα κατ’ αυτή τη θεοφάνεια. Η εμφάνισις έγινε με μορ­φή τριών ανδρών. Ο Αβραάμ προσφωνεί τους τρεις σ’ ενικό αριθμό, Κύριε. Κα­τόπιν ομιλεί προς αυτούς σε πληθυντικό αριθμό. Ιδιαιτέρως αξιοπαρατήρητο, ότι τη μία φορά λέγει τον παίδα σου (=τον δούλο σου) και την άλλη φορά λέγει τον παίδα υμών (=τον δούλο σας). Αξιοπαρα­τήρητο επίσης, ότι οι τρεις ομιλούν συγ­χρόνως, σαν με ένα στόμα, και εμφανίζονται ισότιμοι.
Εκτός τούτων, το κείμενον για τους τρεις άλλοτε γράφει είπαν, στίχ. 5, κατά το Εβραϊκό και 9, άλλοτε δε γράφει είπε ή είπε Κύριος (Γιαχβέ). Επί πλέον, ενώ κατά τους στίχ. 20-21 ο Γιαχβέ θα κατέβαινε προσωπικώς, για να διαπιστώση με τα μάτια του την ηθική κατάστασι των Σοδόμων, κατά το στίχ. 33 μετά την εμφάνισι στον Αβραάμ ο Γιαχβέ απήλθε στον ουρανό στα δε Σόδομα μετέβησαν οι δύο άγγελοι, τουτέστιν επεσταλμένοι, αγγελιαφόροι (Γεν. 19:1). Δεν κατέβηκε λοιπόν ο Γιαχβέ στα Σόδομα προσωπικώς; Ναι, κατέβηκε προσωπικώς εν τω προσώπω των δύο ανδρών αγγέλων. Οι δύο ως πρόσωπα, ως ουσία είνε ο ένας και ο αυτός Γιαχβέ.
Κατά το κεφ. 19 της Γενέσεως πολλά πα­ράδοξα συμβαίνουν και κατά την εμφάνι­σι των δύο ανδρών - αγγέλων στο Λωτ στα Σόδομα. Αρχικώς ο Λωτ τους προσφωνεί σε πληθυντικό, Κύριοι (Γεν. 19:2), δείχνοντας ότι είνε δύο πρόσωπα. Αλλ’ έπειτα τους προσφωνεί σε ενικό, Κύριε, δείχνοντας ότι είνε μία ουσία. Και στη συνέχεια απευθύνεται προς τους δύο σ’ ενικό: Είπε δε Λωτ προς αυτούς- Δέομαι, Κύριε, επειδή εύρεν ο παις σου έλεος εναντίον σου και εμεγάλυνας την δικαιοσύνην σου, ο ποιείς επ’ εμέ του ζήν την ψυχήν μου. . . Και ζήσεται η ψυχή μου ένεκέν σου (Γεν. 19:18-20). Για την απάντησι των δύο προς τον Λωτ χρησιμο­ποιείται επίσης ενικός: Και είπεν αυτώ· Ιδού εθαύμασά σου το πρόσωπον και επί τω ρήματί σου τούτω. . . Ου γαρ δυνήσομαι ποιήσαι πράγμα, έως του ελθείν σε εκεί (Γεν. 19: 21-22). Στο Γεν. 19:17 κατά το Εβραϊκό για τις ενέργειες των δύο χρησι­μοποιείται ένα ρήμα στον πληθυντικό και ένα στον ενικό, εξήγαγον και είπε. Το δε παραδοξότερο, κατά το Γεν. 19:24 Κύ­ριος έβρεξεν επί Σόδομα και Γόμορρα θείον (=θειάφι) και πυρ παρά Κυρίου εξ ουρανού. Ο Κύριος έβρεξεν εκ μέρους του Κυρίου! Εδώ το Κύριος είνε μετάφρασις του Γιαχβέ. Ο Γιαχβέ έβρεξεν εκ μέρους του Γ ιαχβέ! Ο πρώτος Κύ­ριος ή Γιαχβέ, ο οποίος έβρεξε την κα­ταστροφή στις αμαρτωλές πόλεις, είνε οι δύο άνδρες - άγγελοι, τουτέστιν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ο δε δεύτερος Κύριος ή Γιαχβέ, εκ μέρους του οποί­ου απεστάλησαν οι δύο για να προκαλέσουν την καταστροφή (Γεν. 19:13), είνε ο Θεός Πατήρ.
Κατά ταύτα τα τρία πρόσωπα, που εμφανίσθηκαν στον Αβραάμ, λέγονται άν­δρες, διότι εμφανίσθηκαν με τη μορφή ανθρώπων. Από τα τρία αυτά πρόσωπα τα δύο, που εμφανίσθηκαν στον Λωτ, λέγον­ται άγγελοι, διότι ήταν απεσταλμένοι του άλλου προσώπου και αγγελιαφόροι. Δεν πρόκειται λοιπόν ούτε για ανθρώπους, ούτε για αγγέλους, αλλά γι’ αυτόν τον Γιαχβέ Θεό, όπως δηλώνεται στην αρχή του 18ου κεφαλαίου της Γενέσεως. Ο Γ ιαχβέ Θεός είνε τρία πρόσωπα, αλλά μία ουσία η θεότης. Το Άγιο Πνεύμα είνε ένα από τα τρία πρόσωπα, ομοούσιο προς τα άλλα δύο πρόσωπα, Γιαχβέ Θεός, όπως εκείνα.
Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου. Κάθου εκ δεξιών μου. . . Ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών. . . Ώμοσε Κύ­ριος και ου μεταμεληθήσεται. . . Κύριος εκ δεξιών σου συνέθλασεν εν ημέρα οργής αυτού βασιλείς. . . (Ψαλμ. 109 [110]: 1-5).
Εδώ ένας Κύριος, ο Πατήρ, θέτει εκ δε­ξιών του δεύτερο Κύριο τον Υιό - Μεσσία, και ομιλεί προς αυτόν για τρίτο Κύριο εκ δεξιών του δευτέρου. Ο τρίτος Κύριος, στα εβραϊκά Αδωνάι και Γιαχβέ, προ­φανώς είνε το Άγιο Πνεύμα.
Ηνίκα αν επιστρέψη (ο άνθρωπος) προς Κύριον, περιαιρείται το κάλυμμα. Ο δε Κύ­ριος το Πνευμά έστιν ου δε το Πνεύμα Κυ­ρίου, εκεί ελευθερία (Β' Κορ. 3: 16-17).
Όταν ο Ιουδαίος επιστρέψη προς τον Κύριον, αφαιρείται το κάλυμμα, που δεν τον αφήνει να ιδή. Ο δε Κύριος στην προ­κειμένη περίπτωσι είνε το Πνεύμα. Ρητώς εδώ λέγεται, ότι το Πνεύμα είνε ο Κύριος, στα εβραϊκά Γιαχβέ συμφώνως προς το Έξοδ. 34:34, απ’ όπου η φρασιολογία του Β' Κορ. 3:16. Παραδόξως όμως, κατά μεν το Β' Κορ. 3:17 ο Παράκλητος είνε το Πνεύμα Κυρίου, κατά δε τον προηγούμενον στίχ. 16 είνε αυτός ο Κύριος. Πρά­γματι, ως πρόσωπο ο Παράκλητος είνε το Πνεύμα Κυρίου, δηλαδή το Πνεύμα του Γιαχβέ Πατρός, και ως ουσία είνε ο Κύ­ριος, ο Γιαχβέ, η όλη θεία ουσία, ο όλος Θεός. Ομοίως ο Χριστός είνε ο Υιός του Θεού και συγχρόνως ο Θεός (Ιωάν. 11:4, Α' Ιωάν. 5:20).
Ο Κύριος κατευθύναι υμών τας καρδίας εις την αγάπην του Θεού και εις την υπομονήν του Χριστού (Β' Θεσ. 3:5).
Το χωρίο είνε τριαδικό. Ο Κύριος, ο οποίος δύναται να κατευθύνη εις την αγάπην του Θεού (Πατρός) και εις την υπομονήν του Χριστού, είνε το Άγιο Πνεύμα.
Μνημονεύουμε, απλώς ωρισμένα ακόμη από τα τριαδικά χωρία της Καινής Διαθή­κης, χωρία δηλαδή όπου το Άγιο Πνεύμα αναφέρεται συντεταγμένο με τον Πατέρα και με τον Υιό ως πρόσωπο της αυτής τάξεως με τα δύο άλλα πρόσωπα: Ρωμ. 15:16, 30· Α' Κορ. 12: 4-6, Β' Κορ. 1: 21-22, 13:13, Εφεσ. 4: 4-6' Α' Πέτρ. 1:2’ Ιούδ. 20-21.

ΤΟ ΕΡΓΟ TOY ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Είνε μεγάλο το πλήθος των χωρίων της Αγίας Γραφής, Καινής και Παλαιάς Διαθήκης, στα οποία αναφέρεται το Άγιο Πνεύμα. Ήδη αναφέρεται στην αρχή της Αγίας Γραφής, στο Γεν. 1:2, στη φράσι, Και Πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος. Οι δε ψευδό - Μάρτυρες του Ιε­χωβά, οι μεγαλύτεροι διαστροφείς, αλλά και πλαστογράφοι του κειμένου της Αγίας Γραφής, αρχίζοντας τη διαστροφή και την πλαστογραφία από την αρχή της Αγίας Γραφής, τη λέξι Πνεύμα στην εν λόγω φράσι μεταφράζουν - πως; Η ενεργός δύναμις! Δεν θα έπρεπε να επεμβή εισαγγελεύς κατά των πλαστογράφων του κειμένου της Γραφής;. . . Το Άγιο Πνεύμα αναφέρεται και προς το τέλος της Αγίας Γ ραφής, στο Αποκ. 22:17 στη συγκινητική εκείνη φράσι, Και το Πνεύμα και η νύμφη λέγουσιν Έρχου!.
Από το μεγάλο πλήθος των χωρίων της Γραφής περί του Πνεύματος τα πλείστα δεικνύουν τι είνε το Πνεύμα στη φύσι του, και απ’ αυτά χρησιμοποιήσαμε ωρισμένα μόνο. Και επί τη βάσει αυτών σαφώς αποδείχθηκε, ότι το Πνεύμα το Άγιο δεν είνε απλώς δύναμις, πράγμα νεκρό και ασυνείδητο, όπως ισχυρίζονται οι Πνεύματομάχοι, αλλ’ είνε πρόσωπο, ον λογικό και συ­νειδητό με όλα τα γνωρίσματα του προ­σώπου, και μάλιστα πρόσωπο ύψιστο, πρό­σωπο της Θεότητος, ο ένας της Τριάδος.
Προς απόδειξιν της προσωπικότητος και της θεότητος του Αγίου Πνεύματος πα­ραθέσαμε και χωρία, όπου ρητώς το Άγιο Πνεύμα ονομάζεται Θεός, Δεσπότης και Κύριος, και μάλιστα Κύριος με την έννοια Γιαχβέ.
Λυπείται κανείς βαθύτατα, διότι υπάρχουν και Ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τι είνε ο Παράκλητος το Πνεύμα το Άγιο. Ανάγκη να γίνωνται όχι μόνον ηθικολογικά, αλλά και θεολογικά κηρύγματα και μαθήματα, για ν’ αποκτούν οι άνθρωποι την πρώτη, την ανώτερη και αναγκαιότερη γνώσι, τη θεογνωσία. Τι είνε όλες οι γνώσεις του κόσμου μπροστά στη θεογνωσία; Τι να κάνωμε όλες τις γνώσεις του κόσμου, εάν λείπη η θεογνωσία; Μή­πως δύνανται οι γνώσεις του κόσμου να μας δώσουν ζωή αιώνια;
Απευθυνόμενος προς τον Γιαχβέ ο Ψαλμωδός προσφωνεί: Ο Θεός μου και ο Κύ­ριός μου (Ψαλμ. 34 [35]: 23). Απευθυνό­μενος προς τον Χριστό ο Θωμάς αναφωνεί: Ο Κύριός μου και ο Θεός μου ( Ιωάν. 20: 28). Αλλ’ ό,τι ισχύει για τον Γιαχβέ και για τον Χριστό, αυτό ισχύει και για το Άγιο Πνεύμα. Αν κανείς ερωτήση τον πι­στό, Τι είνε το Άγιο Πνεύμα;, ο πιστός ας αισθανθή την κυριότητα και την θεότη­τα του Αγίου Πνεύματος, ας πλημμυρισθή από αισθήματα αγάπης και λατρείας προς τον Παράκλητο, ας υψώση τη φωνή του και ας αναφωνήση: Το Άγιο Πνεύμα εινε ο Κύ­ριός μου και ο Θεός μου.
Γιατί ήλθε το Πνεύμα το Άγιο; Ο Χρι­στός είχε πει: Συμφέρει να απέλθω εγώ, για να στείλω σε σάς τον Παράκλητο (Ιωάν. 16:7). Ο Παράκλητος ήλθε για το συμ­φέρον μας. Όχι για μικρό συμφέρον, αλλά για το μεγάλο και αληθινό συμφέρον μας, για την αιώνια σωτηρία και δόξα μας.
Ο Χριστός με το έργο του, και ιδίως με τη σταυρική θυσία του, εξασφάλισε για μας σωτηρία και δόξα στους απεράντους αιώνες. Αυτή δε τη σωτηρία και δόξα το Πνεύμα το Άγιο ήλθε να μας βοηθήση για να την προσοικειωθούμε, για να την προσλάβωμε δηλαδή και να την κάνωμε προ­σωπικό μας κτήμα. Αυτός συντόμως, συντομώτατα, είνε ο σκοπός του ερχομού του Αγίου Πνεύματος. Αναλύουμε το σκοπό:
Ο Χριστός, ο σαρκωμένος Θεός, με το αίμα του απέκτησε την Εκκλησία, όπου συντελείται η σωτηρία. Η Εκκλησία είνε σώμα, σώμα Χριστού ηθικό, μυστικό. Και όπως το σάρκινο σώμα του ανθρώπου εμψυχώνεται με το Πνεύμα, έτσι και το ηθικό και μυστικό σώμα του Χριστού, η Εκκλησία, εμψυχώθηκε με το Πνεύμα το Άγιο. Εν σώμα και εν Πνεύμα, λέγει ο Απόστολος (Εφεσ. 4:4), αναφερόμενος στο σώμα -Εκκλησία και στο Άγιο Πνεύμα, που ήλθε στην Εκκλησία και έμψύχωσε την Εκκλησία και την έκανε ζωντανό οργανισμό.
Το Άγιο Πνεύμα παραμένει στην Εκκλη­σία αιωνίως και την οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν (Ιωάν. 16:13), σ’ όλη την αποκαλυφθείσα και αναγκαία για τη σωτηρία μας αλήθεια, και κάνει την Εκκλησία στύλον και εδραίωμα της αληθείας (Α' Τιμ. 3:15). Το άτομο δύναται να πλανηθή σε ζητήματα πίστεως, και γι’ αυτό το αλάθητο του Πάπα καταδικάζεται ως αίρεσις. Η Εκκλησία όμως, σύνολο πιστών, δεν είνε δυνατό να πλανηθή στα ζητήματα της πίστεως. Το Πνεύμα το Άγιο έχει εγγράψει στη συνείδησι της Εκκλησίας τις αλήθειες της πίστεως και η έγγραφή είνε ανεξίτηλη, ανεξάλειπτη.
Το Πνεύμα το Άγιο τελεί τα μυστήρια της Εκκλησίας, με τα οποία αγιάζονται οι πιστοί.
Το Πνεύμα το Άγιο χορηγεί χαρίσματα και αναδεικνύει χαρισματούχους και θαυ­ματουργούς. Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον.
Το Πνεύμα το Άγιο φωτίζει. Φώτισε τους Αποστόλους και τους ανέδειξε σοφωτέρους όλων των σοφών όλων των αιώνων. Απτή απόδειξις της υπέρτερης σοφίας των αγίων Αποστόλων είνε το Ευαγγέλιο, το χρυσό, το ολόχρυσο σε νοήματα βιβλίο. Το Πνεύμα το Άγιο φωτίζει κάθε πιστό, για να γνωρίζη την αλήθεια, να καταλαβαίνη το σωστό, να λέγη το σωστό και να βαδίζη το δρόμο του Θεού. Το Πνεύμα το Άγιο φωτίζει και τον άπιστο, αφαιρεί από τα μά­τια της ψυχής του το κάλυμμα, το τυφλοπάνι, ελευθερώνει τα μάτια και έτσι ο άπι­στος βλέπει την αλήθεια. Για τον άπιστο Ιουδαίο ο Απόστολος γράφει: Ηνίκα δ’ αν επιστρέψη προς Κύριον, περιαιρείται το κάλυμμα. Ο δε Κύριος το Πνευμά έστιν (Β' Κορ. 3:16-17). Όταν δηλαδή ο άπιστος Ιουδαίος (επι)στρέψη προς τον Κύριο, αφαιρείται το κάλυμμα, το τυφλοπάνι, και ελευθερώνονται τα μάτια της ψυχής και βλέπουν την αλήθεια. Ο δε Κύ­ριος σ’ αυτή την περίπτωσι είνε το Πνεύμα, ο Παράκλητος.
Το Πνεύμα το Άγιο δίνει δύναμι. Ο Χρι­στός είπε στους μαθητάς του να μη βγουν από την Ιερουσαλήμ, έως ότου περιβληθούν δύναμιν εξ ύψους (Λουκ. 24:49). Αδύνατοι και δειλοί οι μαθηταί προ της Πεντηκοστής. Αλλ’ από την Πεντηκοστή και έπειτα λέοντες πυρ πνέοντες! Κήρυ­ξαν με παρρησία σ’ όλη τη γνωστή τότε οικουμένη, και αντιμετώπισαν όλους τους διώκτες και ισχυρούς της γης και βασανι­στήρια και θάνατο σαν να ήταν αθύρματα, παιγνίδια! Γιατί; Γιατί είχαν τη δύναμι του Αγίου Πνεύματος. Και εκατομμύρια μάρ­τυρες με τη δύναμι του Παρακλήτου αντιμετώπισαν τα μαρτύρια σαν να μη συνέβαιναν στο σώμα τους, αλλά στη σκιά του σώματός τους!
Το Πνεύμα το Άγιο νύσσει και κατανύσσει τις καρδιές και προκαλεί μετάνοια και επιστροφή. Την ημέρα της Πεντηκοστής με ένα κήρυγμα ήλθαν σε κατάνυξι και με­τάνοια τρεις χιλιάδες ψυχές. Το Πνεύμα το Άγιο κάνει τις λίθινες καρδιές σάρκι­νες, ευαίσθητες, πιστές.
Το Πνεύμα το Άγιο διδάσκει πως να προσευχώμεθα. Εμπνέει και φωτίζει τον πιστό κατά την ώρα της προσευχής, θερμαίνει την καρδιά του, προκαλεί σ’ αυτή στενα­γμούς αλαλήτους, κάνει την καρδιά του να αισθάνεται τον Θεό ως Πατέρα και να κράζη προς αυτόν: Αββά, Πατέρα!
Το Πνεύμα το Άγιο δυναμώνει τον πιστό για να πολεμή τον Διάβολο, τον κόσμο τον άκοσμο με τις αμαρτωλές προκλήσεις, και τα ιδικά του πάθη. Το Πνεύμα το Άγιο δυ­ναμώνει τον πιστό για να εκτελή το θέλη­μα και τις εντολές του Κυρίου. Το Πνεύμα το Άγιο βοηθεί, για να γίνη ο σαρκικός άνθρωπος Πνευματικός. Το Πνεύμα το Άγιο έρχεται και κατοικεί μέσα στην καρ­διά του πιστού ανθρώπου, και έτσι ο άνθρωπος γίνεται όχι απλώς Πνευματικός, αλλά Πνευματοφόρος! Αλλ’ όπου το Πνεύμα το Άγιο, εκεί και ο Θεός Πατήρ και ο Χριστός. Και έτσι ο πιστός άνθρωπος γί­νεται και Πνευματοφόρος και Χριστοφόρος και Θεοφόρος!
Ο Χριστός θυσιάστηκε για να μπορούμε να λάβωμε Πνεύμα Άγιο και δυνάμει του Αγίου Πνεύματος ν’ αποκτήσωμε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να παραλάβω- με βασιλεία ασάλευτη, την ευλογημένη βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και να συμβασιλεύωμε με τον εν Τριάδι Θεό μας στους απεράντους αιώνες και της βασιλείας μας να μην υπάρχη τέλος.
Έκδοσις Ορθοδόξου Ιεραποστολικής Αδελφότης Ο  ΣΤΑΥΡΟΣ,
Ζωοδ. Πηγής 44, 106 81 Αθήναι, τηλ. 2103805539

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: Στην Αγία Πεντηκοστή



ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
1. Εἶναι μεγάλα, ἀγαπητοί, καί ξεπερνοῦν κάθε ἀνθρώπινη λογική τά χαρίσματα πού μᾶς δώρησε σήμερα ὁ φιλάνθρωπος Θεός. Γι᾿ αὐτό λοιπόν ἄς χαιρόμαστε ὅλοι μαζί καί χορεύοντας ἀπό χαρά ἄς ὑμνήσομε τόν Κύριό μας. Γιατί ἡ σημερινή ἡμέρα εἶναι γιά μᾶς ἑορτή καί πανήγυρη. Ὅπως δηλαδή ἡ μία ἐποχή διαδέχεται τήν ἄλλη καί τό ἕνα ἡλιοστάσιο τό ἄλλο, ἔτσι ἀκριβῶς καί στήν Ἐκκλησία ἡ μία ἑορτή διαδέχεται τήν ἄλλη καί μᾶς πηγαίνουν ἀπό τή μία στήν ἄλλη. Πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες λοιπόν ἑορτάσαμε τό σταυρό, τό πάθος, τήν ἀνάσταση, ὕστερα ἀπό αὐτά τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν οὐρανό. Σήμερα ὅμως συναντήσαμε τήν ἴδια τήν κορυφή τῶν ἀγαθῶν, φθάσαμε στή μητρόπολη τῶν ἑορτῶν, βρισκόμαστε στήν πραγματοποίηση τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Κυρίου. «Γιατί ἄν ἐγώ φύγω», λέγει, «θά σᾶς στείλω ἄλλον Παράκλητο καί δέ θά σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς» (Ἰω. 16, 7).

Εἴδατε ἐνδιαφέρον; εἴδατε ἄπειρη φιλανθρωπία; Πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἀνέβηκε στόν οὐρανό, ξανακάθισε στό βασιλικό θρόνο, πῆρε τή θέση στά δεξιά τοῦ Πατέρα καί μᾶς χαρίζει σήμερα τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἔτσι μᾶς δίνει τά ἄπειρα οὐράνια ἀγαθά. Γιατί, πές μου, ποιό ἀπό αὐτά πού συντελοῦν στή δική μας σωτηρία δέν τό ἔχει δώσει τό Ἅγιο Πνεῦμα; Αὐτό μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τήν πνευματική δουλεία, μᾶς καλεῖ στήν ἐλευθερία, μᾶς ὁδηγεῖ στήν υἱοθεσία καί, γενικά, μᾶς ξαναγεννᾶ ἀπό τήν ἀρχή, καί μᾶς ξεφορτώνει τό βαρύ καί ἀποκρουστικό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν. Μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλέπουμε τούς πολλούς ἱερεῖς καί ἔχουμε τά τάγματα τῶν διδασκάλων. Ἀπό τήν πηγή αὐτή βγῆκε καί τό προφητικό χάρισμα καί ἡ δύναμη νά θεραπεύουν ἀσθένειες. Καί ὅλα τά ὑπόλοιπα, τά ὁποῖα στολίζουν συνήθως τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ἀπό ἐκεῖ ἔχουν τήν προέλευση. Καί φωνάζει ὁ Παῦλος λέγοντας. «Ὅλα αὐτά τά χαρίσματα ἐνεργεῖ τό ἕνα καί μοναδικό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο τά μοιράζει χωριστά στόν καθένα ὅπως θέλει» (Α´ Κορ 12, 11). Ὅπως θέλει, λέγει, ὄχι ὅπως διατάχθηκε.μοιράζει, δέ μοιράζεται.ἔχει ἐξουσία, δέ βρίσκεται κάτω ἀπό ἐξουσία. Γιατί τήν ἴδια ἀκριβῶς ἐξουσία, πού βεβαίωσε στόν Πατέρα, ἀναθέτει ὁ Παῦλος καί στό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί ὅπως λέγει γιά τόν Πατέρα. «Ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού ἐνεργεῖ τά πάντα σ᾿ ὅλους» (Α´ Κορ. 12, 6).ἔτσι καί γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. «Καί ὅλα αὐτά τά χαρίσματα», λέγει, «ἐνεργεῖ τό ἕνα καί μοναδικό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο τά μοιράζει χωριστά στόν καθένα ὅπως θέλει».

Εἶδες τέλεια ἐξουσία; Γιατί αὐτά πού ἔχουν τήν ἴδια οὐσία, εἶναι φανερό ὅτι ἔχουν καί τήν ἴδια ἐξουσία.καί αὐτά πού ἔχουν τήν ἴδια ἀξία, ἔχουν καί τήν ἴδια δύναμη καί τήν ἴδια ἐξουσία. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐπιτύχαμε τήν ἀπαλλαγή ἀπό τίς ἁμαρτίες καί ξεπλύναμε κάθε ἀκαθαρσία. Μέ τή χάρη του ἀπό ἄνθρωποι γίναμε ἄγγελοι, ὅσοι πλησιάσαμε τή χάρη του, χωρίς ν᾿ ἀλλάξουμε τή φύση μας, ἀλλά, πράγμα πού εἶναι πολύ πιό ἀξιοθαύμαστο, παραμένοντας στήν ἀνθρώπινη φύση δείχνουμε ἀγγελική συμπεριφορά. Γιατί τέτοια εἶναι ἡ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅπως ἡ φωτιά αὐτή πού βλέπουμε, ὅταν παραλάβει τόν μαλακό πηλό, τόν κάνει σκληρό κεραμίδι, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν παραλάβει μία συνετή ψυχή, καί ἄν ἀκόμα τή βρεῖ πιό μαλακή ἀπό τόν πηλό, τήν κάνει πιό σκληρή ἀπό τό σίδερο. Ἐπίσης αὐτόν πού πρίν ἀπό λίγο ἦταν μολυσμένος ἀπό τήν ἀκαθαρσία τῶν ἁμαρτιῶν, τόν κάνει ἀμέσως πιό λαμπρό ἀπό τόν ἥλιο.

Αὐτά ἀκριβῶς θέλοντας νά μᾶς διδάξει ὁ μακάριος Παῦλος φώναζε δυνατά λέγοντας.«Μήν πλανᾶστε.οὔτε οἱ πόρνοι, οὔτε οἱ εἰδωλολάτρες, οὔτε οἱ μοιχοί, οὔτε οἱ θηλυπρεπεῖς, οὔτε οἱ παιδεραστές, οὔτε οἱ πλεονέκτες, οὔτε οἱ κλέφτες, οὔτε οἱ μέθυσοι, οὔτε ἐκεῖνοι πού περιπαίζουν καί βρίζουν, οὔτε οἱ ἅρπαγες θά κληρονομήσουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. 6, 9-10). Καί ἀφοῦ ἀρίθμησε ὅλα, κατά κάποιο τρόπο, τά εἴδη τῆς κακίας, καί ἀφοῦ μᾶς δίδαξε ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι τέτοιων ἁμαρτημάτων ἀποξενώνονται ἀπό τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως πρόσθεσε·«Καί τέτοιοι ἤσαστε μερικοί ἀπό σᾶς, ἀλλά λουσθήκατε ἀπό τά ἁμαρτήματα αὐτά, ἁγιασθήκατε καί γίνατε δίκαιοι» (Α´ Κορ. 6, 11). Πές μου, πῶς καί μέ ποιόν τρόπο; γιατί αὐτό εἶναι πού θέλουμε νά μάθουμε. «Γιατί βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ», λέγει, «καί στή χάρη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μας». Εἶδες, ἀγαπητέ, τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; εἶδες ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐξαφάνισε ὅλη ἐκείνη τήν κακία, καί ὅτι ἐκείνους πού ἦταν προηγουμένως ὑποδουλωμένοι στίς δικές τους ἁμαρτίες, τούς ἀνέβασε ἀμέσως στήν ὑψηλότερη τιμή;

2. Ποιός λοιπόν θά μποροῦσε νά κλάψει καί νά θρηνήσει, ὅπως ἀξίζει, ἐκείνους πού ἐπιχειροῦν νά μιλοῦν περιφρονητικά γιά τήν ἀξία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκείνους πού, σάν νά ἦταν τρελλοί, δέν κατόρθωσαν οὔτε οἱ πολλές εὐεργεσίες νά τούς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ἀχαριστία τους, ἀλλά τολμοῦν νά κάνουν τά πάντα ἐναντίον τῆς σωτηρίας τους, ἀποστερώντας τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅσο τούς εἶναι δυνατό, ἀπό τή θεϊκή του ἀξία, καί προσπαθοῦν νά τό κατεβάσουν στήν κατηγορία τῶν κτισμάτων; Ἐκείνους θά ἤθελα νά ἐρωτήσω.γιά ποιό λόγο ἐσεῖς πολεμᾶτε τόσο πολύ τήν ἀξία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; ἤ καλύτερα, γιατί πολεμᾶτε τή σωτηρία σας, καί δέ θέλετε νά καταλάβετε τά λόγια πού εἶπε ὁ Σωτήρας στούς μαθητές του; «Πηγαίνετε νά διδάξετε ὅλους τούς λαούς, βαπτίζοντας αὐτούς στό ὄνομα τοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19). Εἶδες ὅτι ἔχουν ἰσότιμη ἀξία; Εἶδες ὅτι ἔχουν τέλεια συμφωνία; Εἶδες ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι ἀδιαίρετη; Μήπως ὑπάρχει κάποια διαφορά ἤ ἀλλαγή ἤ ἔλλειψη; Γιατί τολμᾶτε νά παραποιεῖτε τά λόγια τοῦ Κυρίου;

Ἤ δέ γνωρίζετε ὅτι καί στά ἀνθρώπινα πράγματα, ἄν κάποιος ἐπιχειρήσει ποτέ ἤ τολμήσει, νά προσθέσει ἤ νά ἀφαιρέσει κάτι στίς διαταγές τοῦ βασιλιᾶ, πού εἶναι ὅμοιός μας καί ἔχει τήν ἴδια φύση μέ μᾶς, τόν τιμωροῦν μέ τή χειρότερη τιμωρία καί τίποτε δέν μπορεῖ νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν τιμωρία αὐτήν; Ἐάν στήν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει τόσο μεγάλος κίνδυνος, πῶς θά μποροῦσαν νά συγχωρηθοῦν ἐκεῖνοι πού εἶναι τόσο ἀπερίσκεπτοι καί πού προσπαθοῦν νά παραποιήσουν τά λόγια τοῦ Σωτήρα ὅλων μας καί πού δέ θέλουν ν᾿ ἀκούσουν οὔτε τόν Παῦλο, ὁ ὁποῖος ὅταν ὁμιλεῖ ἔχει μέσα του τό Χριστό καί φωνάζει μέ καθαρή φωνή καί λέγει. «Δέν εἶδε μάτι καί αὐτί δέν ἄκουσε καί ἀνθρώπινος νοῦς δέ φαντάστηκε ἐκεῖνα πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γι᾿ αὐτούς πού τόν ἀγαποῦν» (Α´ Κορ. 2, 9); Ἐάν λοιπόν δέν εἶδε μάτι, οὔτε αὐτί ἄκουσε, οὔτε ἀνθρώπινος νοῦς μπόρεσε νά κατανοήσει ἐκεῖνα πού ὁ Θεός ἑτοίμασε γι᾿ αὐτούς πού τόν ἀγαποῦν, πῶς θά μπορέσουμε ἐμεῖς, μακάριε Παῦλε, νά τά γνωρίσουμε; Περίμενε λίγο καί θ᾿ ἀκούσεις τόν Παῦλο νά φανερώνει καί αὐτό. Πρόσθεσε λοιπόν λέγοντας. «Σ᾿ ἐμᾶς ὅμως ὁ Θεός τά φανέρωσε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμά του» (Α´ Κορ. 2, 10). Καί οὔτε ἐδῶ σταμάτησε, ἀλλά γιά νά δείξει καί τή μεγάλη δύναμή του, καθώς καί τό ὅτι ἔχει τήν ἴδια οὐσία μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό, λέγει. «Γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐξετάζει τά πάντα, ἀκόμη καί τά κρυφά σχέδια τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. 2, 10).

Ἔπειτα θέλοντας νά μᾶς κάμει ἀκριβέστερη τή διδασκαλία του μέ παραδείγματα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ζωή, πρόσθεσε. «Γιατί, ποιός ἄλλος ἀπό τούς ἀνθρώπους γνωρίζει τά ἰδιαίτερα τοῦ ἀνθρώπου, παρά μόνο τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι μέσα του; Ἔτσι καί τά ἰδιαίτερα τοῦ Θεοῦ κανένας ἄλλος δέ γνωρίζει, παρά μόνο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. 2, 11). Εἶδες τέλεια διδασκαλία; Ὅπως, λέγει, δέν εἶναι δυνατό νά γνωρίζει κανένας ἄλλος αὐτά πού εἶναι μέσα στή σκέψη ἑνός ἀνθρώπου, ἀλλά μόνος του ὁ καθένας γνωρίζει τά δικά του, ἔτσι καί τά ἰδιαίτερα τοῦ Θεοῦ κανένας δέ γνωρίζει, παρά μόνο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι πολύ μεγάλο καί μέ τό παραπάνω ἀρκετό γιά νά ἀποδείξει τήν ἀξία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιατί μᾶς ἔφερε ἕνα παράδειγμα καί μᾶς λέγει καθαρά ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά μή γνωρίζει ποτέ κάποιος ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτά πού εἶναι μέσα στή σκέψη του. Ὅπως λοιπόν αὐτό δέν εἶναι δυνατό νά γίνει, ἔτσι μέ τόση ἀκρίβεια, λέγει, τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει καί τά ἰδιαίτερα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά δέν ξέρω πῶς οὔτε μέ τά λόγια του αὐτά ὁ μακάριος Παῦλος δέν πείθει ἐκείνους πού στρέφονται μόνοι τους ἐναντίον τῆς σωτηρίας τους καί κάνουν τόσο μεγάλο πόλεμο ἐναντίον τῆς ἀξίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ὅσο μποροῦν τό ἀποξενώνουν αὐτό ἀπό τή θεϊκή του ἀξία καί τό κατεβάζουν στήν ἀσήμαντη θέση τῶν δημιουργημάτων. Ἀλλ᾿ ἄν καί αὐτοί συμπεριφέρονται ἐχθρικά καί εἶναι ἀντίθετοι στά λεγόμενα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἐμεῖς, ἀφοῦ δεχόμαστε τά θεῖα δόγματα σάν ἀποκάλυψη πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, ἄς προσφέρουμε στόν Κύριο τή δοξολογία πού ἁρμόζει, δείχνοντας μαζί μέ τή σωστή πίστη καί τό ὅτι τηροῦμε ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια.

Πρός αὐτούς λοιπόν πού ἐπιχειροῦν νά διδάσκουν τά ἀντίθετα ἀπό ἐκεῖνα πού εἶπε τό Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι ἀρκετά ὅσα εἴπαμε, εἶναι ἀνάγκη ὅμως νά ποῦμε στή δική σας ἀγάπη, γιά ποιό λόγο δέ μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ἀμέσως μετά τήν ἄνοδό του στόν οὐρανό τήν αἰτία τῶν τόσων ἀγαθῶν, ἀλλ᾿ ἄφησε πρῶτα νά περάσουν λίγες ἡμέρες καί νά μείνουν μόνοι τους οἱ μαθητές, καί ὕστερα ἔστειλε κάτω στή γῆ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό δέν ἔγινε ἄσκοπα, οὔτε τυχαῖα. Ἐπειδή δηλαδή γνώριζε ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέ θαυμάζουν μ᾿ ὅμοιο τρόπο τά ἀγαθά πού ἔχουν στά χέρια τους, οὔτε ἐκτιμοῦν τήν ἀξία πού πραγματικά ἔχουν ἐκεῖνα, πού εἶναι εὐχάριστα καί σημαντικά, ἄν δέν ὑπάρχουν καί τά ἀντίθετα. Ἐννοῶ περίπου τό ἑξῆς.γιατί πρέπει νά τό πῶ σαφέστερα. Ἐκεῖνος πού εἶναι ὑγιής καί δυνατός στό σῶμα δέν αἰσθάνεται, οὔτε μπορεῖ νά ξέρει καλά, πόσα ἀγαθά τοῦ χάριζε ἡ ὑγεία, ἄν δέν ἀποκτήσει ἀρρωσταίνοντας πείρα καί τῆς ἀρρώστιας. Καί ἐκεῖνος πού βλέπει πάλι τήν ἡμέρα δέ θαυμάζει ὅπως πρέπει τό φῶς, ἐάν δέν τό διαδεχθεῖ τό σκοτάδι τῆς νύχτας. Γιατί, πραγματικά, ἡ πείρα πού ἔχουμε γιά τά ἀντίθετα γίνεται πάντοτε σαφής διδάσκαλος γιά ἐκεῖνα, πού ἔτυχε νά ἀπολαύσουμε προηγουμένως.

Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί τότε, ἐπειδή οἱ μαθητές εἶχαν ἀπολαύσει παρά πολλά ἀγαθά, ὅταν ἦταν μαζί τους ὁ Κύριος, καί ἦταν πολύ εὐτυχισμένοι ἐπειδή τόν συναναστρέφονταν (γιατί ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Παλαιστίνης ἔβλεπαν στά πρόσωπά τους σάν νά ἔβλεπαν σέ κάποια ἀστέρια, ἀφοῦ καί νεκρούς ἀνάσταιναν, καί λεπρούς καθάριζαν, καί δαιμόνια ἔδιωχναν, καί ἀρρώστιες θεράπευαν καί ἔκαναν καί πολλά ἄλλα θαύματα), ἐπειδή λοιπόν ἦταν τόσο σπουδαῖοι καί πασίγνωστοι, γι᾿ αὐτό τούς ἄφησε νά ἀποχωρισθοῦν γιά λίγο ἀπό τή δύναμη πού τούς βοηθοῦσε, ὥστε, ὅταν βρεθοῦν μόνοι τους, νά μάθουν τί τούς χάριζε ἡ παρουσία τῆς ἀγαθότητας τοῦ Κυρίου, καί, ἀφοῦ ἀντιληφθοῦν τά ἀγαθά τοῦ παρελθόντος, νά ὑποδεχθοῦν μέ μεγαλύτερη προθυμία τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πραγματικά, ἐνῶ ἦταν στενοχωρημένοι, τούς παρηγόρησε, καί, ἐνῶ ἦταν σκυθρωποί καί θλιμμένοι γιά τό χωρισμό τους ἀπό τό Διδάσκαλο, τούς φώτισε μέ τό δικό του φῶς, καί, ἐνῶ ἦταν σχεδόν νεκροί, τούς ἀνέστησε καί σκόρπισε τό σύννεφο τῆς λύπης καί τούς ἔβγαλε ἀπό τή δύσκολη θέση.

Ἐπειδή δηλαδή εἶχαν ἀκούσει τά λόγια τοῦ Κυρίου, «Πηγαίνετε νά διδάξετε ὅλα τά ἔθνη», καί βρίσκονταν στή συνέχεια σέ δύσκολη θέση καί δέν ἤξεραν ποῦ πρέπει νά κατευθυνθεῖ ὁ καθένας καί σέ ποιό μέρος τῆς γῆς νά κηρύξει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ μορφή πύρινων γλωσσῶν καί μοιράζει στόν καθένα τά μέρη τῆς γῆς πού ἔπρεπε νά κηρύξει καί μέ τή γλώσσα πού ἔδωσε, σάν μέ κάποιο σημείωμα, γνωρίζει στόν καθένα τά ὅρια τῆς ἐξουσίας καί τῆς διδασκαλίας πού ἔπρεπε ν᾿ ἀναλάβει. Γι᾿ αὐτό ἐμφανίσθηκε τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ μορφή πύρινων γλωσσῶν. Καί ὄχι μόνο γι᾿ αὐτό, ἀλλά γιά νά μᾶς θυμίσει καί κάποια παλιά ἱστορία. Ἐπειδή δηλαδή στά παλιά χρόνια παραλογίσθηκαν οἱ ἄνθρωποι καί θέλησαν νά κτίσουν ἕνα πύργο πού νά φθάνει ὥς τόν οὐρανό, καί μέ τή σύγχυση τῶν γλωσσῶν τους διέλυσε ὁ Θεός τήν κακή ἀπόφασή τους (Ἀναφέρεται στόν πύργο τῆς Βαβέλ. Βλ. Γεν. 11, 1-9), γι᾿ αὐτό καί τώρα μέ μορφή πύρινων γλωσσῶν πετᾶ σ᾿ αὐτούς τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιά νά ἑνώσει μ᾿ αὐτό τήν οἰκουμένη πού ἦταν χωρισμένη.

Καί ἔγινε κάτι ἀσυνήθιστο καί παράξενο. Γιατί ὅπως τότε στά παλιά χρόνια γλῶσσες χώρισαν τήν οἰκουμένη καί διέλυσαν τήν κακή συμφωνία, ἔτσι καί τώρα γλῶσσες ἕνωσαν τήν οἰκουμένη καί ὁδήγησαν σέ ὁμόνοια αὐτά πού ἦταν χωρισμένα. Γι᾿ αὐτό λοιπόν ἐμφανίσθηκε τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ μορφή γλωσσῶν καί σάν πύρινες γλῶσσες γιά τό ἀγκάθι τῆς ἁμαρτίας πού μεγάλωσε πολύ μέσα μας. Γιατί ὅπως ἡ γῆ, ὅταν δέν καλλιεργεῖται, ἐνῶ εἶναι γόνιμη καί πλούσια, βγάζει πολλά ἀγκάθια, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἐνῶ εἶναι καλή ἀπό τό δημιουργό της καί κατάλληλη γιά τά ἔργα τῆς ἀρετῆς, ἐπειδή δέ δέχθηκε τό ἄροτρο τῆς εὐσέβειας, οὔτε τό σπόρο τῆς θεογνωσίας, βλάστησε μέσα μας τήν ἀσέβεια σάν ἀγκάθια καί ἄλλα ἄχρηστα φυτά. Καί ὅπως ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς πολλές φορές δέ φαίνεται ἀπό τά πολλά ἀγκάθια καί τά ἄγρια χόρτα, ἔτσι καί ἡ εὐγένεια καί ἡ ἁγνότητα τῆς ψυχῆς μας δέ φαινόταν, μέχρις ὅτου ἦλθε ὁ γεωργός τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἔβαλε τή φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν καθάρισε καί τήν προετοίμασε νά δεχθεῖ τόν οὐράνιο σπόρο.

3. Τόσα πολλά καί ἀκόμη περισσότερα ὑπῆρξαν γιά μᾶς τά ἀγαθά ἀπό τή σημερινή ἡμέρα. Γι᾿ αὐτό, σᾶς παρακαλῶ, ἄς ἑορτάσουμε καί ἐμεῖς ἀνάλογα μέ τήν ἀξία τῶν ἀγαθῶν πού μᾶς χάρισε ὁ Θεός, ὄχι στεφανώνοντας τήν πόλη, ἀλλά καλλωπίζοντας τίς ψυχές μας, ὄχι στολίζοντας τήν ἀγορά μέ παραπετάσματα, ἀλλά κάνοντας χαρούμενη τήν ψυχή μας μέ τά ἐνδύματα τῆς ἀρετῆς γιά νά μπορέσουμε ἔτσι καί τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος νά ὑποδεχθοῦμε καί τούς καρπούς πού μᾶς προσφέρει ν᾿ ἀποκτήσουμε. Καί ποιός εἶναι ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ἄς ἀκούσουμε τόν Παῦλο πού λέγει. «Ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», λέγει, «εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη» (Γαλ. 5, 22). Πρόσεχε τήν ἀκρίβεια τῶν λέξεων καί τή σειρά τῆς διδασκαλίας. Ἔβαλε πρώτη τήν ἀγάπη καί ὕστερα ἀνάφερε τά ἄλλα. Φύτεψε τό δένδρο καί ὕστερα τόν καρπό. Ἔβαλε τά θεμέλια καί ὕστερα πρόσθεσε τήν οἰκοδομή. Ἄρχισε ἀπό τήν πηγή καί ὕστερα ἔφθασε στούς ποταμούς.

Πράγματι δέν μποροῦμε νά αἰσθανθοῦμε πρῶτα τή χαρά, ἄν δέ θεωρήσουμε πρῶτα ὅτι εἶναι δική μας ἡ χαρά τῶν ἄλλων καί ἄν δέ λογαριάσουμε ὅτι εἶναι δικά μας τά ἀγαθά τῶν συνανθρώπων μας. Καί αὐτά δέν εἶναι δυνατό ποτέ νά φανοῦν ἀπό τίποτε ἄλλο, ἄν δέ μᾶς κυριέψει ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ρίζα, ἡ πηγή καί ἡ μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Γιατί πράγματι σάν ρίζα κάνει νά βλαστήσουν ἄπειρα κλαδιά ἀρετῆς, σάν πηγή βγάζει πολλά νερά καί σάν μητέρα σφίγγει μέσα στήν ἀγκαλιά της ἐκείνους πού καταφεύγουν σ᾿ αὐτήν. Αὐτό ἀκριβῶς γνωρίζοντας καί ὁ μακάριος Παῦλος ὀνόμασε τήν ἀγάπη καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἀλλοῦ τῆς χάρισε τόσο μεγάλο προτέρημα, ὥστε νά πεῖ ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ τέλεια τήρηση καί ἐκπλήρωση τοῦ νόμου. «Γιατί ἡ ἀγάπη», λέγει, «εἶναι ἡ τέλεια τήρηση καί ἐκπλήρωση τοῦ νόμου» (Ρωμ. 13, 10). Ὁ Κύριος τῶν πάντων δέ θεώρησε καμιά ἄλλη προϋπόθεση ἀρκετή καί ἀπόδειξη ἀξιόπιστη γιά νά φαίνονται οἱ μαθητές του, παρά μόνο τήν ἀγάπη, λέγοντας. «Μ᾿ αὐτό θά μάθουν ὅλοι ὅτι εἶστε μαθητές μου, ἐάν ἔχετε μεταξύ σας ἀγάπη» (Ἰω. 13, 35).

Γι᾿ αὐτό, σᾶς παρακαλῶ, ἄς καταφύγουμε ὅλοι σ᾿ αὐτήν, ἄς τήν ἀγκαλιάσουμε καί μ᾿ αὐτήν ἄς ὑποδεχθοῦμε τή σημερινή ἑορτή. Γιατί, ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἀδρανοῦν τά πάθη τῆς ψυχῆς. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, σταματοῦν οἱ παράλογες σαρκικές ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς. «Ἡ ἀγάπη», λέγει ὁ Παῦλος, «δέν ὑπερηφανεύεται, δέ φουσκώνει ἀπό ἐγωισμό, δέ φέρεται ἄσεμνα» (Α´ Κορ. 13, 4-5). Ἡ ἀγάπη δέν κάνει κακό στό συνάνθρωπο. Ὅπου κυβερνᾶ ἡ ἀγάπη, πουθενά δέν ὑπάρχει Κάιν νά σκοτώσει τόν ἀδελφό του. Βγάλε ἀπό τήν καρδιά σου τήν πηγή τοῦ φθόνου, καί ἔβγαλες τόν ποταμό ὅλων τῶν κακῶν. Κόψε τή ρίζα, καί κατέστρεψες ταυτόχρονα καί τόν καρπό. Καί τά λέγω αὐτά, γιατί λυπᾶμαι περισσότερο ἐκείνους πού φθονοῦν, παρά ἐκείνους πού φθονοῦνται, γιατί ἐκεῖνοι εἶναι κυρίως πού ζημιώνονται πάρα πολύ καί πού προξενοῦν μεγάλη καταστροφή στόν ἑαυτό τους. Ἐπειδή γι᾿ αὐτούς πού φθονοῦνται ὁ φθόνος εἶναι, ἐάν τό θελήσουν, ἀφορμή γιά βράβευση.

Καί πρόσεχε, σέ παρακαλῶ, πῶς ὁ δίκαιος Ἄβελ ἐπαινεῖται καί ἀναφέρεται καθημερινά, καί ἡ σφαγή του ἔγινε γι᾿ αὐτόν ἀφορμή καλῆς φήμης. Καί αὐτός μετά τό θάνατό του ὁμιλεῖ ἐλεύθερα καί κατηγορεῖ μέ δυνατή φωνή τό δολοφόνο του. Ὁ Κάιν ὅμως, πού δῆθεν ἔμεινε στή ζωή, πῆρε τήν ἀμοιβή του ἀνάλογα μέ τά ἔργα του, καί ἔζησε ἐπάνω στή γῆ ἀναστενάζοντας καί τρέμοντας. Ὁ Ἄβελ ὅμως πού σκοτώθηκε καί ξαπλώθηκε νεκρός ἔδειξε μετά τό θάνατό του μεγαλύτερη παρρησία (Γεν. 9, 10). Καί ὅπως ἔκαμε ἐκεῖνον ἡ ἁμαρτία του νά ζεῖ πιό ἄθλια καί ἀπό τούς νεκρούς, ἔτσι ἔκαμε αὐτόν ἡ ἀρετή του νά λάμπει περισσότερο καί μετά τό θάνατό του. Γι᾿ αὐτό λοιπόν καί ἐμεῖς, γιά ν᾿ ἀποκτήσουμε μεγαλύτερη παρρησία καί σ᾿ αὐτή τή ζωή καί στήν ἄλλη, γιά νά ἀπολαύσουμε περισσότερη χαρά πού πηγάζει ἀπό τήν ἑορτή, ἄς καταστρέψουμε ὅλα τά ἀκάθαρτα ἐνδύματα τῆς ψυχῆς, ἄς γυμνωθοῦμε ἰδιαίτερα ἀπό τό ἔνδυμα τοῦ φθόνου. Γιατί καί ἄν ἀκόμη φανοῦμε ὅτι πετύχαμε πάρα πολλά, ὅλα θά τά χάσουμε, ὅταν μᾶς ἐνοχλεῖ τό πικρό καί ἄγριο αὐτό ἐλάττωμα, πού μακάρι νά τό ἀποφύγουμε ὅλοι μας, καί ἰδιαίτερα αὐτοί πού σήμερα μέ τή χάρη τοῦ βαπτίσματος ἔβγαλαν τό παλιό ἔνδυμα τῶν ἁμαρτημάτων τους καί πού μποροῦν νά λάμπουν σάν τίς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου.

Ἑσεῖς λοιπόν, παρακαλῶ, οἱ ὁποῖοι υἱοθετηθήκατε σήμερα ἀπό τό Θεό, οἱ ὁποῖοι ντυθήκατε τό λαμπρό αὐτό φόρεμα, διατηρῆστε μέ κάθε τρόπο τή χαρά, στήν ὁποία εἶστε τώρα, ἀφοῦ φράξετε ἀπό παντοῦ τήν εἴσοδο στό διάβολο, ὥστε νά ἀπολαύσετε ἀφθονότερη τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί νά μπορέσετε ν᾿ ἀποδώσετε καλά ἔργα ὁ ἕνας τριάντα, ὁ ἄλλος ἑξήντα, ὁ ἄλλος ἑκατό, καί νά ἀξιωθεῖτε νά συναντήσετε μέ παρρησία τό βασιλιά τῶν οὐρανῶν, ὅταν πρόκειται νά ἔλθει καί νά μοιράσει τά ἀπερίγραπτα ἀγαθά σ᾿ ἐκείνους πού ἔζησαν ἐνάρετα τήν παρούσα ζωή, μέ τή βοήθεια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Αναδημοσίευση από:
http://alopsis.gr/alopsis/pendiko2.htm

Το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος



ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ TOY ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Το γεγονός της Πεντηκοστής -Η γλωσσολαλία- Ιδιαίτερο πρόσωπο- Ομοούσιο και Ομόθρονο- Κύριος και Θεός- Οι μειωτικές εκφράσεις- Το έργο του Αγίου Πνεύματος- Πνεύμα υιοθεσίας- Πνευματική αναγέννηση- Άκτιστη χάρη- Οι αρνητές του Αγίου Πνεύματος
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
Με την ανάληψή Του ο Χριστός ανέβασε την ανθρώ­πινη φύση μέχρι το θρόνο της δόξης του Θεού και την πρόσφερε ως εκλεκτό δώρο για λογαριασμό μας. Έτσι η συμφιλίωση που πραγματοποιήθηκε με τη θυσία του Χρι­στού ολοκληρώθηκε και ο Θεός, σαν επισφράγιση αυτής της συμφιλίωσης, αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα, πολύτι­μο δώρο στους ανθρώπους (πρθλ. Ιω. ζ' 37-39, ιστ' 7).

α) Το γεγονός της Πεντηκοστής

Ο Χριστός υποσχέθηκε στους μαθητές Του άλλον Παράκλητον (Ιω. ιδ' 16), ο οποίος θα απεκάλυπτε σ' αυτούς ολόκληρη την αλήθεια για το πρόσωπό Του (Ιω. ιδ' 26, ιε' 26, ιστ' 7-14), την οποία εκείνοι δεν μπορούσαν ακόμη να βαστάσουν (Ιω. ιστ' 12).

Βέβαια και πριν από τον Χριστό υπήρχε το Άγιο Πνεύμα, αλλά οι προφήτες και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης δεν μπορούσαν να μεταδώσουν σε άλλους αυτή τη χάρη· τούτο όμως έγινε μετά την πεντηκοστή (πρθλ. π.χ. Πράξ. ιθ' 1-6. Ιω. ζ' 37-39).

Τι ακριβώς συνέβη την ημέρα της πεντηκοστής;

Το σπίτι που ήσαν συναθροισμένοι οι μαθητές εγέμισε με βίαιη πνοή και πάνω στους μαθητές διαμοιράσθηκαν πύρινες γλώσσες, γλώσσες που έμοιαζαν με φωτιά (Πράξ. θ' 2-3). Τότε επλήσθησαν άπαντες Πνεύ­ματος Αγίου και άρχισαν το κήρυγμα της σωτηρίας (Πράξ. 6' 3-4).

ΟΙ γλώσσες αποτελούν συμβολικό σημείο του ότι οι μαθητές έπρεπε να πορευθούν σ' όλο τον κόσμο και να κηρύξουν σ' όλες τις γλώσσες το ευαγγέλιο. Το μήνυμα της σωτηρίας δεν απευθύνετο πλέον σε ένα λαό, αλλά στην ανθρωπότητα (Ματθ. κη' 18-19. Λουκ. κδ' 45-48. Πράξ. α' 8).

Αλλά το γεγονός αυτό αποτελεί και σημείο άλλης, νέας πραγματικότητας: της επιστροφής στην ενότητα της ανθρωπότητας, που είχε ολοκληρωτικά διασπασθεί με τη σύγχυση των γλωσσών (Γέν. ια' 1 -9).

β) Η γλωσσολαλία

Οι απόστολοι μιλούσαν την ημέρα της Πεντηκοστής σε ξένες γλώσσες. Πρόκειται πράγματι για μεγάλο θαύμα. Ποια ήταν ακριβώς η έννοια του; Η γλωσσολαλία των πρώτων χριστιανικών χρόνων αποτελούσε χωρίς αμφιβολία σημείον, αλλά σημείον για τους απίστους και όχι δια τους πιστούς, για να αποτε­λέσει κατήγορο των απίστων (Γρηγ. Θεολ.)· με ανθρώ­πους ετερογλώσσους και με χείλη ξένα θα μιλήσω εις τον λαόν τούτον, άλλ' ούτε κατ' αυτόν τον τρόπον θα με α­κούσουν, λέγει Κύριος (Α' Κορ. ιδ' 21. Ησ. κη' 11).

Πράγματι η αγία Γραφή υπογραμμίζει: Ώστε αι γλωσσολαλιαί είναι σημείον όχι δι' εκείνους που πι­στεύουν, αλλά για τους απίστους. Η προφητεία όμως εί­ναι όχι δια τους απίστους, αλλά δι' εκείνους που πιστεύ­ουν (Α' Κορ. ιδ' 22). Το να διερμηνεύει κανείς το θέλη­μα του Θεού, αυτό είναι για τους πιστούς, όχι η γλωσσο­λαλία!

Στην πρώτη Εκκλησία υπήρχε αυτό το φαινόμενο. Γιατί το ίδιο φαινόμενο δεν υπάρχει και σήμερα; Την ε­ρώτηση αυτή την έκανε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος για την Εκκλησία της εποχής του. Μήπως ο Θεός δεν μας τιμά στον ίδιο βαθμό, όπως τους χριστια­νούς των αποστολικών χρόνων;

Αντίθετα, απαντά ο Χρυσόστομος, όχι επειδή δεν μας τιμά ο Θεός, άλλ' επειδή ακριβώς μας τιμά πάρα πο­λύ. Πως; Εγώ θα σάς το πω. Οι άνθρωποι τότε συμπεριφέρονταν πιο ανόητα, επειδή λίγο πιο πριν είχαν εγκατα­λείψει τα είδωλα, και το μυαλό τους ήταν ακόμη κατώτε­ρο πνευματικά, και πιο αναίσθητο και τρόμαζαν και έμε­ναν μ' ανοιχτό το στόμα μπροστά σ' όλα τα υλικά πράγ­ματα· δεν είχαν ακόμη καμιά γνώση για τα πνευματικά χαρίσματα, ούτε γνώριζαν τι ακριβώς είναι η πνευματική χάρη, που μόνο με την πίστη μπορούσε να την κατανοή­σει κανείς.

Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που τότε υπήρχε απόλυτη ανάγκη για θαύματα και εντυπωσιακά γεγονότα. Βέβαια τα πνευματικά χαρίσματα διακρίνονται σε δύο είδη. Άλ­λα παρουσιάζουν κάποιο αισθητό σημάδι, για να τα δουν οι άπιστοι, όπως τότε η γλωσσολαλία. Αλλά όμως είναι αόρατα και κατανοούνται μόνο με την πίστη. Ένα τέτοιο αόρατο χάρισμα είναι η συγχώρηση των αμαρτιών.

Κανείς δεν βλέπει με τα μάτια του σώματος, πως καθα­ρίζεται η ψυχή από τις αμαρτίες· όμως αυτό το γεγονός είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο που γίνε­ται αντιληπτό σαν θαύμα με τα υλικά μας μάτια. Γι' αυτό και ο Χριστός είπε στους πονηρούς γραμματείς πως η θε­ραπεία του παραλυτικού ήταν πολύ ασήμαντο γεγονός μπροστά στη συγχώρηση των αμαρτιών (Ματθ. θ' 4-6) και σε άλλη περίπτωση τόνισε: μη χαιρόσαστε γι' αυτό, για το ότι δηλαδή τα πονηρά πνεύματα υποτάσσονται σε σάς, αλλά να χαιρόσαστε, γιατί τα ονόματα σας έχουν γραφεί στους ουρανούς (Λουκ. Γ 20).

Είναι δυνατόν ακόμη και ένας που έκανε θαύματα να έχει σαρκικό φρόνημα και όχι πνευματικό επειδή πολ­λές φορές τα θαύματα δεν γίνονται για όσους ενεργούν, αλλά χάριν άλλων, μπορεί ο Θεός να ενεργήσει ακόμη και δι' αναξίων. Γι' αυτό ο Κύριος θα πει σε μερικούς που θά ισχυρισθούν πως στο όνομα Του εξέβαλαν δαίμονες κι ανέστησαν και νεκρούς: φύγετε μακριά από εμέ, σεις που πράττετε την ανομία· δεν σάς γνωρίζω (Ματθ. ζ' 23).

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από την αποβολή της αμαρτίας, γιατί έτσι απέκοψες τα νεύρα του διαβόλου, του έσπασες την κεφαλήν του, συνέτριψες εξ ολοκλήρου όλην την δύναμίν του, διέσπασες το στρατόπεδόν του και επέδειξες θαύμα μεγαλύτερον από όλα τα θαύματα (Χρυσόστ.).

Διότι, είπε μου, τι θα επροτιμούσες, αν κάποιος σου επρότεινε να κάνεις τον χόρτον χρυσάφι ή να κατορθώ­σεις και να περιφρονήσεις όλα τα χρήματα ωσάν να ήσαν χόρτο; Δεν θα επροτιμούσες πολύ περισσότερο το δεύτε­ρο; Και βέβαια κατά πολύ φυσικόν λόγον, καθόσον αυτό 0ά προσέλκυε περισσότερον την προσοχήν. Διότι εάν έ­βλεπαν το χόρτον να μεταβάλλεται εις χρυσόν, θα επιθυ­μούσαν και αυτοί να αποκτήσουν αυτή την δύναμιν, όπως ακριβώς ο Σίμων (Πράξ. η' 9-24) και θα ηύξανε ο πόθος των δια τα χρήματα· εάν όμως έβλεπαν όλους να περιφρο­νούν τον χρυσόν ωσάν χόρτον και να μην τον προσέχουν, θα είχαν απαλλαγεί προ πολλού από αυτήν την ασθέ­νεια, δηλαδή από την φιλοχρηματία.

Τέτοια θαύματα υπογραμμίζονται ιδιαίτερα στην αγία Γραφή: είναι ο Τελώνης που έγινε απόστολος, ο διώκτης Παύλος που έγινε κήρυκας της οικουμένης, οι μάγοι που έγιναν διδάσκαλοι των Ιουδαίων, ο ληστής που έγινε πο­λίτης του παραδείσου, η πόρνη που επαινέθηκε για τη με­γάλη της πίστη, η Χαναναία, η Σαμαρείτις...

Το να λαλεί βέβαια κανείς διάφορες γλώσσες, αυτό είναι ένα πνευματικό χάρισμα, που συνοδεύεται με αισθητό σημάδι, που μπορούν εύκολα να το δουν οι άπιστοι και να το κατανοήσουν τους πείθει το θαύμα˙ γι' αυτό και θεωρείται κάτι πολύ σπουδαίο. Και φαίνεται πως στα πρώτα βήματα της Εκκλησίας οι άνθρωποι είχαν ανάγκη από τέτοια σημεία.

Το ότι λοιπόν σήμερα δεν επαναλαμβάνονται μερικά θαυμαστά γεγονότα της τότε εποχής, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα πως και τότε δεν συνέβαιναν. Ούτε πάλι, επειδή τότε είχαμε τέτοιου είδους ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, συνοδευόμενες δηλαδή με εξωτε­ρικά σημεία (γλωσσολαλία κ.ο.κ.), πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε και σήμερα. Διότι και τότε δια ωφέλειαν έγι­ναν και τώρα δια ωφέλειαν δεν γίνονται. Επειδή πείθεται κανείς μόνον με τον λόγον, αυτό δεν αναγκάζει τώρα το κήρυγμα να γίνεται με κοσμικήν σοφίαν (Χρυσόστ.). / 

Εγώ λοιπόν δεν έχω ανάγκη από θαύματα. Για ποιο λόγο; γιατί έχω μάθει να πιστεύω στον Κύριο και χωρίς να μού δώσει κάποιος αποδείξεις. Γιατί εκείνος που δεν πιστεύει, χρειάζεται εγγύηση, εγώ όμως που πιστεύω δεν χρειάζομαι εγγύηση, ούτε θαύματα, αλλά και αν δεν μι­λήσω ξένη γλώσσα, γνωρίζω ότι καθαρίστηκα από τις α­μαρτίες. Εκείνοι όμως τότε, δηλαδή στην εποχή των α­ποστόλων, δεν πίστευαν, αν δεν είχαν κάποια απόδειξη... Συνεπώς τους έδινε τις αποδείξεις όχι γιατί ήταν πιστοί, αλλά γιατί ήταν άπιστοι, ώστε να γίνουν πιστοί (Χρυσόστ.).

Για την Εκκλησία στην εποχή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου η μεγάλη απόδειξη για την παρουσία και τη δράση του Αγ. Πνεύματος δεν είναι η γλωσσολα­λία ή τα υλικά θαύματα, αλλά η ελευθερία από τα πάθη και από την αμαρτία. Αυτός είναι ο Λόγος για τον όποιο σήμερα δεν χρειάζεται το χάρισμα της γλωσσολαλίας.

γ) Ιδιαίτερο πρόσωπο

Το Άγιο Πνεύμα είναι ιδιαίτερο πρόσωπο˙ Το τρίτο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού.

Είναι όμως αύτη η διδασκαλία της αγίας Γραφής και της Εκκλησίας του Χριστού; Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί με προσοχή, γιατί πολλές ομάδες χρησιμοποι­ούν τον όρο Άγιο Πνεύμα, για να δηλώσουν μια απρόσω­πη δύναμη η ενέργεια ή και τυφλή δύναμη ή συνειδητότητα, υποστηρίζοντας πως αυτή είναι η διδαχή της α­γίας Γραφής και της πρώτης Εκκλησίας!

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που συνοψίζει τη διδασκαλία των πριν από αυτόν πατέρων της Εκκλησίας δίνει σ' αυτό το θέμα την ακόλουθη απάντηση:

Όπως ακριβώς όταν ηκούσαμεν δια τον Λόγο του Θεού, δεν τον εθεωρήσαμε ότι είναι χωρίς προσωπική ύ­παρξη, ούτε αποκτάται με την εκμάθηση, ούτε ότι προσ­φέρεται με τη φωνή, ούτε ότι διασκορπίζεται, άλλ' ότι υ­πάρχει κατ' ουσίαν και ότι έχει ελευθέρα βούληση και ε­νέργεια και παντοδυναμία, έτσι και όταν εδιδάχθημεν δια το Πνεύμα του θεού, το οποίον συνοδεύει το Λόγο και φανερώνει την ενέργειά Του, δεν θεωρούμε ότι είναι κά­ποια πνοή χωρίς προσωπική ύπαρξη, διότι η μεγαλοπρέ­πεια της θείας φύσεως θα εξευτελίζετο, αν θεωρείτο ότι το Πνεύμα που έχει, είναι όμοιο με το ιδικό μας πνεύμα.

Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν έχει προσωπική ύπαρξη, εί­ναι ο άλλος Παράκλητος (Ιω. ιδ' 16) σε σχέση με τον Λόγο του Θεού (Α' Ιω. β 1), που έχει επίσης προσωπική ύπαρξη και δεν είναι απρόσωπη δύναμη η σοφία (πρβλ. Α' Κορ. α' 24). Με το να πει άλλον, δείχνει τη διαφορά του προσώπου, ενώ με το να πει Παράκλητον δείχνει την συγγένεια της ουσίας (Χρυσόστ.). Δεν είναι δυνα­τόν να είναι η απρόσωπη δύναμη του Πατρός, γιατί πέμ­πεται στο όνομα του Υιού (Ιω. ιδ' 26) και ονομάζεται και Πνεύμα Χριστού (Ρωμ. η' 9. Α' Πέτρ. α' 11).

Στην Αγία Γραφή διακρίνεται κατηγορηματικά το Άγιο Πνεύμα από τη δύναμη του Θεού. Ας αναφέρουμε ένα από τα πολλά εδάφια: Σαν υπηρέται του Θεού συσταίνουμε τους εαυτούς μας σε όλα... με αγνότητα, σύνεσιν, μακροθυμίαν και καλωσύνην, με Πνεύμα Άγιον, με αγάπην ανυπόκριτον, με το κήρυγμα της αληθείας και με δύναμιν Θεού (Β' Κορ. στ' 4-7). Άλλο λοιπόν Πνεύμα Άγιον και άλλο δύναμις Θεού (πρβλ. και Μιχ. γ' 8. Πράξ. ι'38.Α'Κορ. β'4. Ρωμ ιε' 13. Α'Θεσ. α'5). Αλλά και αν ακόμη χαρακτηρίσουμε το Άγιο Πνεύμα δύνα­μη του Θεού (πρθλ. Κριταί ια' 29, ιδ' 6. Ης. ια' 2), τότε, εάν πράγματι δεν πρόκειται για τη θεία ενέργεια, πρέπει να το εκλάβουμε ως δύναμη ενυπόστατη, όπως ακριβώς και τον Υιό, ο οποίος χαρακτηρίζεται δύναμις του Θεού (Α' Κορ. α' 12).

Εάν το Πνεύμα το Άγιο ήταν μόνο ενέργεια, όχι και πρόσωπο, τότε πρέπει να συμπεράνουμε πως τίθεται σε ε­νέργεια, δεν θέτει κάτι άλλο σε ενέργεια. Και φυσικά θα παύσει να υπάρχει μόλις τελειώσει την αποστολή του.

Όμως το Πνεύμα το Άγιο ακούει (Ιω. ιστ' 13), λαλεί (Ιεζ. ια' 5. Ματθ. ι' 20. Ιω. ιστ' 13. Πράξ. α'16,η' 29, κα' 11, κη'25), μαρτυρεί (Ιω. ιε'26. Πράξ. ε' 32 η'23. Ρωμ. η ' 16. Έβρ. θ'8,ι' 15), αναγγέλλει (Ιω. ιστ' 13-15), διδάσκει (Ίεζ. ια'5. Ιω. ιδ'26. Αουκ. ιβ' 12), έρευνα (Α ' Κορ. β' 10-11), αποκαλύπτει (Αουκ. β' 26. Α' Πέτρ. α' 11), προφητεύει (Πράξ. α' 16 κα' 11), οδηγεί στην αλή­θεια (Ιω. ιστ' 13). προτρέπει (Πράξ. Γ 19-20, ια' 12), βοηθεί (Ρωμ. η ' 14. Γαλ. ε' 18), ελέγχει (Ιω. ιστ' 8), εμ­ποδίζει (Πράξ. ιστ' 6), κρίνει (Πράξ. ιε' 28), διατάσσει (Πράξ. η 29, ιγ'2), συνετίζει (Νεεμ. θ'20).

Το άγιο Πνεύμα έχει ακόμη προσωπική βούληση (Ης. ια' 2. Α' Κορ. ιβ' 11) και προσωπικό συναίσθημα. Μια απρόσωπη δύναμη δε μπορεί ποτέ να συνοδεύεται από προσωπική θέληση, δεν αγαπά ποτέ, ούτε λυπείται, δεν έχει συναίσθημα. Όμως το Άγιο Πνεύμα αγαπά (Ρωμ. ιε' 30), λυπείται (Εφεσ. δ' 30. Ρωμ. η '26), επιποθεί (Ιάκ. δ' 5), παρηγορεί (Πράξ. θ' 31), παροργίζεται (Ης.ξγ' 10, Μιχ.β'7).

Το Άγιο Πνεύμα έχει αυτοσυνειδησία· έχει συναί­σθηση της ύπαρξής Του και μπορεί να πει: Εγώ απέ­στειλα αυτούς (Πράξ. ι' 20)· ξεχωρίσατε μου τον Βαρνάβαν και τον Παύλον (Πράξ. ιγ' 2).

Έτσι το Άγιο Πνεύμα έχει προσωπική υπόσταση, είναι πρόσωπο και γι' αυτό το λόγο η θεία του ενέργεια φθάνει σε μας και ζεσταίνει την ύπαρξή μας, μας ανυψώ­νει στη θεία αγάπη, που είναι η προσωπική σχέση του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Όποιος πει λόγον εναντίον του Υιού του άνθρωπου, θα συγχωρηθεί· γι' αυτόν υπάρχει το Πνεύμα το Άγιο, που μπορεί με τη δική μας μετάνοια να μας οδηγήσει και πάλι στο Χριστό με τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας. Άλλ' εκείνος που θα βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος, δεν θα συγχωρηθεί (Λουκ. ιβ' 10. Πρβλ. Εβρ. Γ 29)· θα μείνει μόνος, ορφανός χωρίς το Άγιο Πνεύμα (πρβλ. Ιω. ιδ' 18) και μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί.

Το Άγιο Πνεύμα είναι η μοναδική μας ελπίδα, είναι ζωής χορηγός· μεταδίδει σε μας τη δική Του ζωή και κοινωνία με τον Πατέρα και τον Υιό, που είναι κοινωνία μεταξύ προσώπων. Έτσι ο άνθρωπος καταξιώνεται, γιατί η ζωή του γίνεται εικόνα της ζωής του Θεού, δηλαδή α­γάπη (πρβλ. Γέν. α' 26).

Υπάρχει λοιπόν ελπίδα για τον άνθρωπο, γιατί το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται σε δράση και είναι πρόσωπο˙ δια­θέτει αυτοσυνείδηση, προσωπική βούληση και προ παν­τός αγάπη. Είναι πάντοτε ενωμένο με τον Πατέρα και τον Υιό σε κοινωνία πλήρους αγάπης, χωρίς σύγχυση, χωρίς εξουθένωση της προσωπικότητος· αυτό αποτελεί την εγ­γύηση της δικής μας σωτηρίας.

δ) Ομοούσιο και Ομόθρονο

Γιατί είναι απαραίτητη για τη σωτηρία μας η πίστη ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ομούσιο προς τον Πατέρα και τον Υιό;

Το Άγιο Πνεύμα χορηγεί σε μας τα πάντα, όλα τα χα­ρίσματα του Θεού (πρβλ. Α' Κορ. ιβ' 3-11), που αποβλέ­πουν φυσικά στο να κάνουν δικό μας κτήμα το δώρο του Θεού: το Σώμα του Χριστού (πρβλ. και Εφεσ. β' 19-22, δ' 11-16).

Εάν το Άγιο Πνεύμα είναι κατώτερο και διαφορετι­κής ουσίας από τον Θεό Πατέρα, η ελπίδα και η παρηγο­ριά δεν προέρχονται από τον ίδιο τον Θεό, αλλά από κα­τώτερο ον και επομένως δε μπορούμε μέσω αυτού να οδη­γηθούμε σε αληθινή κοινωνία με τον Θεό. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να δώσουμε απάντηση στο βασικό ερώτημα, αν η ουσία του Αγίου Πνεύματος είναι κτιστή ή άκτιστη, αν δηλαδή το Άγιο Πνεύμα είναι ομοούσιον προς τον Πατέρα.

Οι απόστολοι έπρεπε ν' αφήσουν κάθε δυσπιστία ως προς την ταυτότητα του Χριστού. Έπρεπε δηλαδή πρώτα να πεισθούν για το πιο καταπληκτικό γεγονός της σωτη­ρίας μας, για το ότι πράγματι ο Χριστός είναι Κύριος (Ρωμ. ν' 9), ο Κύριος και ο Θεός (πρβλ. Ψαλμ. ξζ' 19 σε συσχετισμό με το Εφεσ. δ' 7-11. Ιω. κ' 28). Μόνο τότε μπορούσαν να δεχθούν και την εκπλήρωση της υπόσχε­σής Του (Ιω. ιστ' 7-14) και να διακηρύξουν την Θεότητα του Αγίου Πνεύματος.

Έτσι ο απόστολος διακηρύττει: Είναι δε διαιρέσεις χαρισμάτων, αλλά το Πνεύμα είναι το ίδιο, υπάρχουν και ποικιλίαι διακονιών, ο Κύριος όμως είναι ο αυτός· υπάρ­χουν και διάφορα είδη ενεργειών, άλλ' ο Θεός είναι ο ί­διος, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι (Α' Κορ. ιβ' 4-6). Αν τα πάντα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, τότε το Άγιο Πνεύμα είναι ο Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι.

Εδώ δεν πρόκειται για σύγχυση των θείων προσώ­πων, για άλλο Θεό. Πρόκειται για τα ονόματα Θεός και Κύριος, που είναι κοινά και στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, γιατί μετέχουν στην κοινή θεία ουσία, η οποία μεταδίδεται από τον Πατέρα στον Υιό με τη γέννη­ση και στο Άγιο Πνεύμα με την προαιώνια εκπόρευση. Γι' αυτό πιστεύουμε πως και τα τρία θεία πρόσωπα είναι ομοούσια.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε εξετάζοντας την ομολογία της αναγέννησης, δηλαδή το βάπτισμα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύ­ματος (Ματθ. κη' 19), όπως υπογραμμίζουν οι πατέρες της Εκκλησίας (Α' Τιμ. γ' 15). Γιατί βάπτισμα και πίστη συμβαδίζουν βαπτιζόμαστε εις το όνομα του Θεού στο οποίον πιστεύουμε· και το κοινό όνομα του Θεού στο οποίο βαπτιζόμεθα δεν ανήκει μόνο εις τον Πατέρα και εις τον Υιό, αλλά και εις το Άγιο Πνεύμα.

Ώστε το να μην αποδίδει κανείς τιμή εις ένα εκ των τριών ή να τα χωρίζει, είναι ατίμωση της ομολογίας δη­λαδή της αναγέννησης άφ' ενός και της Θεότητας άφ' ετέρου, της θέωσης άφ' ενός και της ελπίδας άφ' ετέρου (Γρηγ. Θεολ.).

Βλέπετε τι μας χαρίζει το Πνεύμα, όταν το θεωρούμε ως Θεόν και τι χάνομε, όταν το στερούμε από την θεότη­τα. Διότι παραλείπω να αναφέρω τον φόβο και την οργή, η οποία απειλεί όχι εκείνους οι οποίοι το τιμούν, αλλά ε­κείνους οι οποίοι του αποστερούν την τιμή. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν το Άγιον Πνεύμα να είναι άλλης φύ­σεως ή άλλος θεός η κτίσμα˙ σ' Αυτό ανήκει το κοινό όνομα του Τριαδικού Θεού (Ματθ. κη' 19).

Αλλά η θεία φύση του Αγίου Πνεύματος φαίνεται και από το γεγονός ότι ερευνά τα πάντα, και τα βάθη του Θεού, τα οποία ουδείς οίδεν ει μη το Πνεύμα του Θεού (Α' Κορ. θ' 10-11). Πώς λοιπόν Αυτό που γνωρίζει τα απόρρητα του Θεού, δύναται να είναι ξένον και άλλότριον του Θεού;· και αν η Γραφή λέγει πως ο Θεός δια του Πνεύματος κατοικεί μέσα μας, δεν είναι φανερά ασέ­βεια να λέγει κανείς ότι αυτό το Πνεύμα δεν μετέχει της Θεότητος; (Μ. Βασιλ., πρβλ. Α' Κορ. γ' 16, στ' 19. Εφεσ. θ'22).

Δίκαια η Εκκλησία μας διακηρύσσει το Πνεύμα το Άγιο ως ομοούσιο και ομόθρονο, δηλαδή της αυτής ου­σίας και της ίδιας τιμής με τα άλλα δύο πρόσωπα της Α­γίας Τριάδος (πρβλ. Β' Βασιλ. κγ' 2-3. Ψαλμ. ρλη' 7. Άγγ. β'4-5. Ης. μη' 16, ξγ' 14. Ιω. ε'24. Πράξ. ι'20).

ε) Κύριος και Θεός

Υπάρχουν σαφείς αποδείξεις στην αγία Γραφή, που να φανερώνουν πως όντως ο Παράκλητος φέρει τα κοινά ονόματα του Θεού, Κύριος και Θεός;

Ο ψαλμωδός δοξολογεί τον Κύριο (Γιαχβέ) διότι Θεός μέγας είναι ο Κύριος και βασιλεύς μέγας σε όλη τη γη· στα χέρια Του βρίσκονται τα πέρατα της γης˙ και τα ύψη των βουνών είναι δικά Του˙διότι δική Του είναι η θάλασσα και Αυτός την εδημιούργησε, και την ξηρά τα χέρια Του την έπλασαν. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Αυτώ και ας κλαύσωμεν ενώπιον του Κυρίου που μας έπλασε, διότι Αυτός είναι ο Θεός μας και εμείς λαός της βοσκής Του και πρόβατα χειρός Του. Σήμερον, εάν ακούσετε την φωνήν Του, μη σκληρύνετε τας καρδίας σας, όπως κατά την ανταρσία (παραπικρασμός), την ημέρα της δοκιμασίας εις την έρημον, όπου επείρασάν με οι πατέρες υμών... (Ψαλμ. 94, 3-9). Ο απόστολος αναφέρεται στον ψαλμό αυτό και υπογραμμίζει πως ο Κύριος (Γιαχβέ), ο οποίος ομιλεί εδώ εί­ναι το Πνεύμα το Άγιον (Εβρ. γ' 7-9. Πρβλ. Πράξ. ζ' 51).

Στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξουμε, εάν συγκρί­νουμε το εδάφιο Ης. στ' 1-10 με το Πράξ. κη' 25-27 Καλώς το Άγιον Πνεύμα ελάλησε δια Ησαΐου του προφήτου προς τους πατέρας ημών.... Ας δούμε ακόμη μια προφητεία του Ιερεμία:

Ιδού έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος (Γιαχβέ), και θά συνάψω με τον οίκο Ισραήλ και τον οίκο Ιούδα διαθήκη νέαν...θα δώσω οπωσδήποτε νόμους στην διάνοιά των και θα τους χαράξω στην καρδιάν τους· και έσομαι αυτοίς εις Θεόν και θα είμαι σ' αυτούς Θεός, και αυτοί θα μού γίνουν λαός... και δεν θα θυμηθώ πλέον τις αμαρτίες των (Ιερεμ. λη' 31-34· Εβραϊκό κείμενο: λα ' 31-34).

Και αυτό το εδάφιο ο απόστολος το αναφέρει στο Άγιο Πνεύμα· Αυτό είναι ο Κύριος (Γιαχβέ) και ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης (Εβρ. Γ 15-17). Την ίδια μαρτυρία βλέπουμε στον προφήτη Ιεζεκιήλ: Και ήλθεν έπ' εμέ Πνεύμα και με έστησεν εις τα πόδια μου, και μού ελάλησε και μού είπε: - Είσελθε και κλείσου εις την οικία σου, και όταν θα σού ομιλήσω, θα ανοίξω το στόμα σου και θα πεις προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος (Γιαχβέ)· όποιος θέλει να ακούσει, ας ακούσει και όποιος θέλει να απειθήσει, ας απειθήσει, διότι είσθε λαός που με εξοργίζει (Ιεζ. γ' 24-27. Πρβλ. Ψαλμ. ρθ' 1-5. Ης. μη' 16, νθ' 15-20 κατά το εβραϊκό κείμενο).

Αυτά τα εδάφια φανερώνουν πως τα ονόματα, που αναφέρονται στην κοινή θεία φύση (Κύριος, Θεός) ανή­κουν και στο Άγιο Πνεύμα. Η αλήθεια αυτή υπάρχει ή­δη στην Παλαιά Διαθήκη και φανερώνεται στο φως της Καινής Διαθήκης (Ιω. ιστ' 13).

Για τους αποστόλους και τους μαθητές του Χριστού δεν υπήρχε αμφιβολία σχετικά με τη Θεότητα του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. ε' 3-4, 9, ιγ' 2. Α' Κορ. γ' 16, ε' 3-4, ιβ'4-11. Β' Κορ. γ' 17-18, Εφεσ. β'22, Β' Θεσ. γ'5).

Γι' αυτόν που εμπιστεύεται στη θεία αποκάλυψη και όχι στις δικές του δυνατότητες και προϋποθέσεις, το Πνεύμα το Άγιο είναι κοινωνό της μιας Θείας ουσίας που μεταδίδεται εις Αυτό προαιωνίως από τον Πατέρα με την εκπόρευση (Ιω. ιδ' 26, ιε' 26). Γι' αυτό και ονομάζε­ται Κύριος και Θεός.

στ) Οι μειωτικές εκφράσεις

Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ενούνται σε μία θεότητα με βάση την μία ουσία και διακρίνονται με βάση τον τρόπο με τον οποίο η κοινή ουσία μεταδίδεται προαι­ώνιος από τον Πατέρα, που είναι η μόνη αιτία και πηγή της Θεότητος, στον Υιό (γέννηση) και στο Άγιο Πνεύμα (εκπόρευση).

Στην αγία Γραφή υπάρχουν εδάφια που αναφέρονται στη μία φύση του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (ομοούσιο) και επομένως στη μία Θεότητα· άλλα εδάφια αναφέρονται στη Θεότητα του καθενός προ­σώπου της Αγίας Τριάδος· άλλα τέλος αναφέρονται στην πρώτη αιτία, ώστε να δηλώνεται ο Πατήρ του Υι­ού και η πηγή της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος.

Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ολόκληρη η αλή­θεια περί Θεού: ενότης ουσίας, διάκριση υποστάσεων εις Θεός, τρία πρόσωπα. Έτσι δεν κινδυνεύουμε να πέσουμε στην πολυθεΐα, με το να εισάγομε διάκριση στην ουσία ούτε στην αίρεση του Σαβαλλίου, με το να συγχέομε τα πρόσωπα ή στον αρειανισμό, με το να διαχωρίζουμε τις φύσεις.

Μ' αύτη τη βάση ο ορθόδοξος χριστιανός δεν κινδυ­νεύει να παρερμηνεύσει τις φράσεις της αγίας Γραφής που αναφέρονται στο Άγιο Πνεύμα:

Ο Πατήρ ο εξ ουρανού δώσει Πνεύμα αγαθόν τοις αιτούσιν αυτόν (Λουκ. ια' 13)' αποστέλλω την επαγγελίαν του Πατρός μου (Λουκ. κδ' 49) και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός (Πράξ. θ' 3). Επίσης γίνεται λόγος για χαρίσματα (Α' Κορ. ιβ' 30), δωρεάς (Πράξ. η' 20) καθώς και για εμφύσημα, με το οποίο μετεδόθη το Πνεύμα το Άγιο (Ιω. κ' 22) ή και για μεσιτεία του Αγίου Πνεύματος (Ρωμ. η' 26).

Αυτές οι εκφράσεις πρέπει να αναφερθούν στην πρώτη αιτία ώστε να δηλώνεται η Πηγή της εκπόρευ­σης του Αγίου Πνεύματος και να ασφαλίζεται η ορθόδο­ξη πίστη, με την υπογράμμιση της μιας αιτίας και πηγής στην Τριαδική Θεότητα και όχι πολλών, πράγμα που θα οδηγούσε στην πολυθεΐα. Οι εκφράσεις αυτές δεν είναι μειωτικές για το Άγιο Πνεύμα.

ζ) Το έργο του Αγίου Πνεύματος

Ποιο είναι το έργο του Παρακλήτου μέσα στη δη­μιουργία και την αναδημιουργία του κόσμου;

Στην πρώτη δημιουργία το Άγιο Πνεύμα επεφέρετο επάνω του ύδατος (Γέν. α' 2), πράγμα που σημαίνει συνέθαλπε και εζωογόνει τη φύση του νερού, όπως το πτηνό κλωσσά τα αυγά του, δηλαδή ετοίμαζε τη φύση του νερού για να βγάλει ζωή (Εφραίμ ο Σύρος. Πρβλ. Ψαλμ. λβ'6. Ιώβ λγ'4).

Αλλά εν Αγίω Πνεύματι συντελείται και ολόκλη­ρη η αναδημιουργία και ανακαίνιση του ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως (πρβλ. Ψαλμ. ργ' 30)· το Άγιο Πνεύμα πεπλήρωκε την οικουμένην, συνέχει τα πάν­τα και έχει γνώσιν φωνής (Σοφ. Σολ. α' 7. Πρβλ. ιβ'1. Πράξ. θ'2).Ποια είναι τα δώρα του Θεού μετά από την εκλεκτή προσφορά που πραγματοποίησε ο Χριστός με την ανάλη­ψή Του;

Το δώρο αυτό της ανθρωπότητας, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, δεν το κράτησε ο Θεός, αλλά το αντιπροσφέρει σε μας με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος (πρβλ. Ταλμ. ξζ' 19. Έφεσ. δ' 8):

Και αυτός έδωκε άλλους μεν αποστόλους, άλλους προφήτας, άλλους ευαγγελιστάς, άλλους ποιμένας και δι­δασκάλους, με σκοπό τον καταρτισμό των αγίων, δια έρ­γον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού μέχρι να φθάσωμε όλοι εις την ενότητα της πίστεως και της πλήρους γνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χρι­στού (Εφεσ. δ' 11-13).

Κεντρικός λοιπόν σκοπός του Αγίου Πνεύματος εί­ναι να μας  εγκεντρίσει με το άγιο βάπτισμα στο Σώμα του Χριστού (Ρωμ. ια' 19-24. Α' Κορ. ιβ' 3,13. Εφεσ. β' 18, δ' 4), να προσφέρει δηλαδή σε μας το μεγάλο δώρο του Θεού, να μας χαρίζει με τη θεία Κοινωνία τη ζωή του Χριστού (Ιω. στ' 53). Γι' αυτό και η Εκκλησία (Α' Τιμ. γ' 15) εύχεται στον Θεό Πατέρα:

Κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν άρτον τουτον τίμιον Σώμα του Χριστού Σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού Σου-μεταβολών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω (επίκληση θ. λει­τουργίας).

Το τίμιο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού· αυτά είναι τα μεγάλα δώρα που μας έστειλε ο Θεός μετά την α­νάληψη του Κυρίου· αυτά μας εξασφαλίζει η παρουσία του Παρακλήτου στην Εκκλησία. Το Άγιο Πνεύμα δια­νέμει στους πιστούς κάθε χάρισμα (Α' Κορ. ιθ' 4-11. Εφεσ. δ' 4-13) και συγκροτεί ολόκληρο το θεσμό της Εκ­κλησίας (πρβλ. Α' Κορ. ιθ' 27, ιδ' 4).

Την αλήθεια αυτή εκφράζει και το γνωστό στιχηρό από τον εσπερινό της Κυριακής της πεντηκοστής:

Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον, βρύει προφητείας, ιερέας τέλειοι,

αγράμματους σοφίαν εδίδαξεν, αλιείς θεολόγους ανέδειξεν,

όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας.

Ομοούσιε και ομόθρονε τω Πατρί και τω Υιώ,

Παράκλητε, δόξα Σοι (πρβλ. Α' Κορ. ιβ' 4-11).

Με άλλα λόγια, το Άγιο Πνεύμα ενεργοποιεί για μας όλα τα αποτελέσματα του έργου του Ιησού Χριστού κά­νει δικά μας όλα τα δώρα, όλα τα χαρίσματα που εδωρήθηκαν στην ανθρώπινη φύση του Χριστού και έτσι μας μεταφέρει στο ύψος της δόξης του Τριαδικού Θεού (Φιλιπ. θ' 9-11, γ'20-21).

η) Πνεύμα υιοθεσίας

Το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί σε νέα σχέση με τον Τριαδικό Θεό, στην υιοθεσία. Ποιος όμως είναι ο δρόμος και ποιες οι συνέπειες;

Εάν ένας δεν έχει Πνεύμα Χριστού, αυτός δεν είναι δικός Του. Εάν όμως ο Χριστός είναι μέσα σας, τότε το σώμα σας είναι νεκρόν δια την αμαρτία, αλλά το Πνεύμα σας είναι ζωή ένεκα της δικαίωσης σας. Εάν το Πνεύμα Εκείνου, ο οποίος ανέστησε τον Ιησούν εκ νεκρών, θα δώσει ζωήν και εις τα θνητά σώματα σας δια του Πνεύμα­τος Του, που κατοικεί μέσα σας... Διότι όσοι οδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί του Θεού. Δεν ελάβατε πνεύμα δουλείας, που να σάς φέρει πάλιν εις κατάστασιν φόβου, άλλ' ελάβατε Πνεύμα υιοθεσίας δια του οποίου κράζομεν Αββά, Πατέρα. Αυτό το Πνεύμα μαρτυρεί μαζί με το Πνεύμα μας ότι είμεθα παιδιά του Θεού. Εάν δε είμεθα παιδιά του, τότε είμεθα και κληρο­νόμοι- κληρονόμοι μεν του Θεού, συγκληρονόμοι δε του Χριστού, εάν βέβαια πάσχομε μαζί Του, δια να δοξασθούμε επίσης μαζί Του (Ρωμ. η' 9-17).

Το Άγιο Πνεύμα είναι πάντοτε ενωμένο μετά του Πα­τρός και του Υιού σε μία θεία φύση με μία θέληση και μία ενέργεια (πρβλ. Ματθ. κη ' 19. Ιω. ιδ'26, ιε 26, ιστ' 12-15. Α ' Κορ. β' 10-11,ιβ'3, Β' Κορ. γ 13. Α Πέτρ. α' 1-2). Έτσι η σωτηρία του ανθρώπου είναι καρπός της κοι­νής αυτής θέλησης και ενέργειας του Τριαδικού Θεού.

Με τη χάρη του Άγιου Πνεύματος (πρβλ. Α' Κορ. ιβ' 3) ο άνθρωπος οδηγείται δια του βαπτίσματος στην εν Χριστώ αναγέννηση (Ιω. γ' 3-5. Γαλ. γ' 27. Τίτ. 4-6) εγκεντρίζεται δηλαδή στο Σώμα του Χριστού (πρβλ. Ρωμ. ια' 19-24). Με αυτόν τον τρόπο η δική μας ανθρώπι­νη φύση μεταβάλλεται στην ανθρώπινη φύση του Χριστού επειδή όμως Εκείνη είναι ενωμένη ασυγχύτως, αδιαιρέτως, ατρέπτως, αχωρίστως με τη θεία φύση στο ένα πρόσωπο του Χριστού, η σχέση του Υιού προς τον Πατέρα μεταφέρεται σε μας λόγω της ενσωμάτωσης μας στο Σώμα του Χριστού γινόμαστε δηλαδή τέκνα Θεού (Ιω. α' 12. Γαλ. γ' 26. Α' Ιω. γ' 2).

Βέβαια δεν μπορούμε να γίνουμε φυσικοί υιοί του Θεού, να κληρονομήσουμε δηλαδή τη θεία φύση, την ο­ποία ο Πατήρ μεταδίδει προαιωνίως στον Υιό (γέννησις) και στο Άγιο Πνεύμα (εκπόρευσις). Γινόμαστε όμως συγκληρονόμοι της ανθρώπινης φύσης του Χριστού (Ρωμ. η' 17).

Η σχέση του Υιού προς τον Πατέρα δεν είναι μόνο σχέση ουσίας, ενότητας θέλησης και ενέργειας, αλλά και κοινωνία αγάπης (πρβλ. Ρωμ. ε' 5, ιε' 30. Β' Τιμ. α' 7. Α' Ιω. δ' 8, 16). Αυτής λοιπόν της αγάπης γίνεται συγκλη­ρονόμος ο άνθρωπος. Διότι όταν μετέχωμε του Αγίου Πνεύματος, έχομεν την χάρη του Υιού και δι' Αυτού την αγάπην του Πατρός (Μ. Αθαν.).

Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος οδηγούμεθα στον Χριστό (Α' Κορ. ιβ' 3). Εισερχόμαστε στο περιβάλλον της αγάπης του Χριστού, στη χαρά και στην ευφροσύ­νη αυτής της αιώνιας κοινωνίας (Παροιμ. η' 30). Συναισθανόμαστε την αγάπη του Χριστού και την εγγύτητα του Πατρός, όπως ένα μικρό παιδί συναισθάνεται και χαίρεται την εγγύτητα του Πατέρα του (Ιω. ιδ' 23./ί' Κορ. ιγ' 16, στ' 19. Α' Ιω. β'24).

Όταν το Άγιο Πνεύμα ενώνεται με το δικό μας εγώ, δεν το εξουδετερώνει· όμως το Άγιο Πνεύμα είναι Εκείνο δια του οποίου κράζομε: Αββά ο Πατήρ (Ρωμ. η 15. Γαλ. δ' 6). Αυτή η κραυγή είναι βασικά κραυγή του Αγίου Πνεύματος· όμως είναι και δική μας κραυγή, γιατί η παρουσία του Αγίου Πνεύματος δεν καταστρέφει τη δική μας προσωπικότητα, ούτε εξουδετερώνει το εγώ μας. Το Άγιο Πνεύμα δεν αντικαθιστά τη δική μας θέληση· ομιλεί μέσα μας και μας παρακινεί να κάνουμε και μείς το ίδιο. Αλλά πάντοτε έχουμε τη δυνατότητα να αρνηθούμε τη συνεργασία. Έτσι το Άγιο Πνεύμα συμμαρτυρεί όχι χωρίς το δικό μας πνεύμα, αλλά μαζί μ' αυτό, ότι είμεθα τέκνα Θεού (Ρωμ. η' 16).

Είναι η άκτιστη θεία ενέργεια, η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που μας διοικεί (Ρωμ. η' 14), με αποτέλε­σμα να αισθανόμαστε την παρουσία του θείου προσώπου, να μεταβαίνουμε δηλαδή και πέρα από μια απλή αίσθηση της θείας χάρης: να κοινωνούμε μέσω αυτής με το ίδιο το πρόσωπο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος σε μία κοι­νωνία χάρης και αγάπης, μέσω της προσωπικής αγάπης του Υιού, που με την ενανθρώπισή Του άνοιξε την πόρτα της αγάπης του Θεού Πατρός.

Αυτή η νέα σχέση αγάπης που δημιουργείται με την ένωσή μας στο Σώμα του Χριστού με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος έχει βέβαια μεγάλες συνέπειες για την καθη­μερινή μας ζωή:

Εάν όμως ο Χριστός είναι μέσα σας, τότε το σώμα σας είναι νεκρό δια την αμαρτία, αλλά το πνεύμα σας εί­ναι ζωή ένεκα της δικαιώσεώς σας... Άρα λοιπόν, αδελ­φοί, είμεθα χρεώσται όχι εις την σάρκα, δια να ζώμεν υπό την εξουσίαν της σαρκός, διότι εάν ζήτε κατά σάρκα, τό­τε θα πεθάνετε, αλλά εάν δια του Πνεύματος θανατώνετε τας πράξεις του σώματος, τότε θα ζήσετε. Επειδή όσοι οδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί Θεού (Ρωμ. η' 10-14).

Αυτός είναι λοιπόν ο δρόμος προς την υιοθεσία και αυτές οι συνέπειες της για τον άνθρωπο.

θ) Πνευματική αναγέννηση

Με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος τα πάντα γί­νονται νέα. Μια καθολική αναγέννηση συμβαίνει στον άνθρωπο, αφού ο νους του, η καρδιά του, τα πάντα ανυ­ψώνονται και λειτουργούν καθαρότερα.

Οι απόστολοι δεν είχαν από την αρχή το Άγιο Πνεύ­μα γι' αυτό δεν μπορούσαν να δουν με καθαρότητα τον Χριστό, να τον αναγνωρίσουν αληθινά. Αποτέλεσμα ή­ταν να τον εγκαταλείψουν κατά το πάθος Του (Ματθ. κστ' 56). Ούτε και τις προειδοποιήσεις Του μπόρεσαν να κατανοήσουν, πως βαδίζει σταθερά προς το πάθος και την ανάσταση (Ματθ. ιστ'21, ιζ'22-23. κ' 18-19. Μάρκ. η' 31, θ' 31, ι' 33-34. Λουκ. θ'22,44, ιη' 31-33. Ιω. γ' 14-15): Η σημασία των λόγων του Ιησού ήταν γι' αυτούς κρυμμένη, δεν εννοούσαν τι έλεγε (Ιω. ιδ' 14, 26, ιε'267, Λουκ. κδ' 48. Πράξ. α' 8).

Όταν όμως οι μαθητές επλήσθησαν από Πνεύμα Άγιον, τότε το Πνεύμα τους έγινε καινούργιο, γιατί ενώθη­κε με το Πνεύμα το Άγιο, κι άρχισαν να κηρύττουν την εν Χριστώ σωτηρία με δύναμη (Πράξ. β' 1-41. Πρβλ. Ιωήλ γ' 1-5) κι έτσι εκπληρώθηκε πλήρως η προφητεία:

Θα δώσω σε σάς νέαν καρδίαν, καινούργιο πνεύμα...

θα δώσω το Πνεύμα μου σε σάς και θα σάς κάμω να βαδίζετε σύμφωνα

με τας εντολάς μου, να φυλάξετε και να τηρήσετε τα προστάγματα μου

(Ιεζ. λστ' 26-27).

Το Πνεύμα το Άγιο δεν οδηγεί απλώς στην κατανόη­ση των λόγων του Χριστού (Ιω. ιε' 26, ιστ' 13-14), αλλά στον ίδιο τον Χριστό (Α ' Κορ. ιβ' 3, 11-18), και την αλη­θινή ζωή (Ιω. ιδ' 6), μέσω των ιερών μυστηρίων της Εκ­κλησίας και ιδιαίτερα του βαπτίσματος, που πραγματο­ποιεί την πνευματική μας γέννηση (Ιω. γ'3-5. Α ' Ιω. ιβ' 13. Γαλ. δ'26-27. Τι'τ. γ'4-6), και της θείας ευχαριστίας (Ιω. στ' 53).

Όταν μιλάμε για πνευματική αναγέννηση, εννοούμε το ίδιο πράγμα με την υιοθεσία, μέσω της σχέσης μας με τον Ιησού Χριστό, που είναι αληθινός Υιός του Θεού του ζώντος. Η παρουσία του Πνεύματος μέσα μας εξα­σφαλίζει και την παρουσία του Χριστού κι έτσι γινόμα­στε ναός του Αγίου Πνεύματος (Α' Κορ. στ' 19), τό­πος κατοικίας του Θεού (πρβλ. Εφεσ. 6' 18-22), άνθρω­ποι πνευματικοί, όχι πλέον σαρκικοί.

Πνευματικός λοιπόν άνθρωπος είναι εκείνος που έλαβε το δώρο του Αγίου Πνεύματος και καθαρίστηκε από κάθε κηλίδα:

Βασιλεύ ουράνιε, παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας,

 ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν

και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών.

Όπως τα λαμπερά και διαφανή σώματα, όταν πέσει επάνω τους κάποια ακτίνα, λάμπουν περισσότερο και αν­τανακλούν μεγαλύτερη λάμψη, έτσι και οι ψυχές που εί­ναι πνευματοφόρες και οι ίδιες γίνονται φωτεινές και αν­τανακλούν στους άλλους τη χάρη.

Εδώ οφείλεται η πρόγνωσις των μελλόντων, η κατανόησις των μυστηρίων, η γνώσις των απόκρυφων, η δια­νομή των χαρισμάτων, η ουράνιος ζωή, η μετά των αγγέ­λων συμβίωσις, η ατέλειωτος ευφροσύνη, η μετά του Θεού διαμονή, η ομοίωσις προς τον Θεόν, και το ανώτερον από όσα ημπορεί κανείς να επιθυμήσει, το να γίνει Θεός (Μ. Βασιλ.).

Και ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ προσθέτει πως η χάρη αναπτύσσεται σε εκείνον που θα γίνει κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και γίνεται ένα με την ουσία του, όπως το προζύμι με το ζυμάρι.

Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται τη Τριαδική Μονάδι, ιεροκρυφίως, δηλαδή κάθε ψυχή αποκτά με το Άγιο Πνεύμα ζωή, ανυ­ψώνεται με την κάθαρση και λαμπρύνεται μυστικά με την έλλαμψη του φωτός της Άγιας Τριάδος.

Με το Άγιο Πνεύμα, τα πάντα γίνονται στον άνθρωπο καινούργια. Τα δώρα που έλαβε η ανθρώπινη φύση του Χριστού γίνονται δικά μας δώρα ο άνθρωπος αναγεννάται ολόκληρος.

ι) Άκτιστη χάρη

Οι ορθόδοξοι πιστεύουμε πως άκτιστος δεν είναι μόνο ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, αλλά και η ενέργειά Του, η χάρη που φθάνει σε μας. Και πάλι εδώ δεν πρόκει­ται για θεωρητική απασχόληση˙ η θέση που θα πάρουμε στο θέμα αυτό άφορα τη σωτηρία μας.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ενωθεί με τον Θεό κατά φύσιν· γίνεται κοινωνός μόνο της θείας ενέργειας του Θεού, της χάρης του Αγίου Πνεύματος. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως στην Πεντηκοστή δεν ήταν παρόν προσω­πικώς το Πνεύμα το Άγιο ή δεν κατήλθε προσωπικώς για να μείνει στην Εκκλησία (Ιω. ιδ' 16). Άλλωστε η Θεότητα δεν προσδιορίζεται τοπικά, ο Θεός είναι πάντο­τε και πανταχού παρών και δεν έχει ανάγκη να κατέλ­θει.

Αυτό που μεταδόθηκε στους μαθητές δεν ήταν το πρόσωπο, αλλά η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η χάρη δεν ήταν κάτι που δημιούργησε ο Θεός εκείνη τη στιγμή, για να το προσφέρει, όπως κάποιος τεχνίτης δη­μιουργεί κάτι, για να το προσφέρει σε αγαπώμενο πρόσω­πο. Η θεία ενέργεια δεν προήρχετο έξω από την ουσία του Θεού, αλλά από μέσα, από την ίδια τη θεία ουσία, ή­ταν συνεπώς άκτιστη και αιώνια.

Επειδή ήταν άκτιστη και προήρχετο από την ίδια την ουσία του Θεού, η ένωση του ανθρώπου μέσω αυτής δεν ήταν ένωση με κάποιο κτίσμα, αλλά πραγματική κοι­νωνία με τον Θεό˙ όχι βέβαια κοινωνία ουσίας, αλλά κα­τά χάριν, δηλαδή με βάση τη θεία ενέργεια. Γι' αυτό λέ­με πως γινόμαστε υιοί του Θεού, όχι κατά φύση, αλλά κα­τά χάρη, με βάση την θεία ενέργεια του Θεού που είναι άκτιστη.

Η Ορθοδοξία εξασφαλίζει πραγματική κοινωνία με τον Θεό, απαλλαγμένη από κάθε πανθεϊστική και ινδουιστική αντίληψη. Σ' αυτή την πραγματική κοινωνία ο άνθρωπος διατηρεί το δικό του εγώ και έρχεται σε προ­σωπική σχέση με το Συ του Θεού χωρίς να συγχω­νεύεται με τη θεία ουσία ή και να συγχέεται με αυτήν χωρίς η ανθρώπινη φύση να μετατρέπεται σε θεία φύση. Ο άνθρωπος διατηρεί την προσωπικότητα του και χαίρε­ται την κοινωνία του Θεού.

Η διάκριση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού αποκτά για τον ορθόδοξο χριστιανό σωτηριολογική σημασία. Με αυτόν τον τρόπο ξεχωρίζει την πίστη του από τις μη χριστιανικές θρησκείες- βεβαιώνεται πως ο Θεός σέβεται την προσωπικότητα του άνθρωπου και ταυτόχρονα τον αγαπά και γι' αυτό του δίνει τη δυνατότη­τα, εάν και ο άνθρωπος το θελήσει, να υψωθεί μέχρι το ε­πίπεδο της προσωπικής σχέσης και αληθινής κοινωνίας με τον Δημιουργό. Ακόμα και σ' αυτή την κοινωνία, παρ' όλον ότι ο άνθρωπος πυρακτούται και γίνεται ο ί­διος θεός, μένει αυτό που τώρα είναι, άνθρωπος, πλημμυ­ρισμένος από τη δόξα του Θεού, δηλαδή από τη θεία χά­ρη.

Γι' αυτό λέμε πως η πίστη μας στη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας (χάρης) και στην άκτιστη χάρη του Θεού, έχει πρωταρχική σημασία για τη σωτηρία μας.

ια) Οι αρνητές του Αγίου Πνεύματος

Εάν η ορθή πίστη στο Άγιο Πνεύμα είναι απαραίτη­τη για τη σωτηρία μας (Ιω. η' 32, ιστ' 13. Πρβλ. Μάρκ. γ' 29), είναι βασικό να γνωρίζουμε πως θα φθάσουμε στην πίστη αυτή.

Η αγία Γραφή μας πληροφορεί πως πρέπει γι' αυτό να έχουμε τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος (Α' Κορ. θ' 4). Βέβαια το Πνεύμα όπου θέλει πνεί (Ιω. γ' 8), δεν μπορούμε να του βάλουμε περιορισμούς (Α' Κορ. ιβ' 11). Αλλά δεν μπορούμε να φθάσουμε στο Άγιο Πνεύμα έξω και μακράν του Σώματος του Χριστού.

Για να έλθει κανείς στον Πατέρα πρέπει να τον υψώ­σει ο Υιός (Ιω. ιδ' 6)· για να αναγνωρίσει κανείς τον Χριστόν ως Κύριον, πρέπει να έχει την συμπαράσταση του Αγίου Πνεύματος (Α' Κορ. ιθ' 3. Πρβλ. Ιω. ιε' 26) Όμως το Άγιο Πνεύμα αποστέλλεται από τον Πατέρα στο όνομα του Χριστού (Ιω. ιδ' 26). Ετσι δεν μπορεί να είναι ο στόχος μας η κατοχή του Αγίου Πνεύματος έξω και μακράν του Χριστού, έξω από το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία (Γαλ. γ' 27. Α' Κορ. ιθ' 12-27. Εφεσ. ε' 23).

Το Πνεύμα το Άγιο δε δρα ανεξάρτητα από τον Υιό, ούτε βέβαια ανεξάρτητα και από τον Πατέρα· μεταξύ των τριών προσώπων υπάρχει ενότητα θέλησης και ενότητα ενέργειας (πρβλ. Ιω. η '28-29, ιστ' 12-15, 23-24, 26-28. Α ' Κορ. β' 4-6). Γι' αυτό άλλωστε και το Άγιο Πνεύμα δεν χαρακτηρίζεται μόνο ως το Πνεύμα του Θεού (Ματθ. γ' 16. Α΄ Κορ. θ' 10-14), αλλά και Πνεύμα του Υιού (Γαλ. δ' 6) ή ακόμη Πνεύμα του Χριστού (Ρωμ. η' 9) και νους Χριστού (Α' Κορ. β' 16). Αν θέλουμε λοιπόν να φθάσουμε στην επίγνωση του Πνεύματος, πρέπει να επιθυμήσουμε την αγάπη του Χριστού και την ένωσή μας με το Σώμα Του, την Εκκλησία.

Κλείνοντας συνοψίζουμε πως με την Παρουσία του Αγίου Πνεύματος αποκαλύπτεται η αλήθεια για το πρό­σωπο του Χριστού και η σωτηρία που συντελέσθηκε, γί­νεται κτήμα του καθενός πιστού.

Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της πεν­τηκοστής συνοδεύθηκε με το σημείο των γλωσσών, που ήταν σημείο για τους απίστους και σύμβολο της οι­κουμενικότητας του ευαγγελίου του Χριστού.

Για τους πιστούς δεν υπάρχει σήμερα αναγκαιότητα τέτοιου σημείου, που προξενεί εντύπωση στα μάτια των απίστων τα πνευματικά χαρίσματα είναι για τους πι­στούς ανώτερα από τα θαύματα. Έτσι η συγχώρηση των αμαρτιών είναι μεγαλύτερο πράγμα από τη θεραπεία ενός παραλυτικού.

Το Άγιο Πνεύμα ήταν συνεργό στη δημιουργία του κόσμου και ολοκληρώνει την ανακαίνιση του. Εντάσσει και εγκεντρίζει τους πιστούς στο σώμα του Χριστού και τους καθιστά μετόχους της ζωής του Χριστού. Όλα τα αποτελέσματα του έργου του Χριστού ενεργοποιούν­ται για τον κάθε πιστό με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα ο κάθε πιστός να γίνεται τέ­κνο Θεού κατά χάρη και μέτοχος της αγάπης του Θεού προς τον μονογενή Του Υιό, τον ένσαρκο Λόγο.

Αυτή η αγάπη του Πατέρα δεν αναιρεί την ανθρώπινη θέληση, γιατί το Άγιο Πνεύμα, που μας παρακινεί μέσα μας να ανοίξουμε σ' αυτή τη Θεϊκή αγάπη, δε μας εκ­βιάζει και εμείς μπορούμε σε κάθε στιγμή να αρνηθούμε τη συνεργασία.

Το Άγιο Πνεύμα οδηγεί όχι απλώς στην κατανόηση των λόγων του Χριστού, αλλά στον ίδιο τον Χριστό, δρώντας με τα ίερά μυστήρια της Εκκλησίας μας. Με τα ιερά μυστήρια ο πιστός γίνεται τόπος κατοικίας του Θεού, πνευματικός άνθρωπος, που αντανακλά τη χάρη του Αγίου Πνεύματος γύρω του.

Το Πνεύμα του Θεού δεν είναι σαν το δικό μας πνεύ­μα˙ έχει ιδιαίτερη υπόσταση, δηλαδή προσωπική ύπαρ­ξη. Είναι Παράκλητος, όπως και ο Υιός και Λόγος του Θεού, δηλαδή της ίδιας ουσίας. Όμως είναι άλλος Πα­ράκλητος, δηλαδή διαφορετικό πρόσωπο, που πέμπε­ται δια του Ιησού Χριστού γι' αυτό και ονομάζεται Πνεύμα Χριστού. Είναι η δύναμη του Θεού, όμως όχι τυφλή δύναμη, αλλά ενυπόστατη. Γι' αυτό και δεν τίθε­ται σε ενέργεια, αλλά θέτει σε ενέργεια, όπως συμβαίνει με κάθε πρόσωπο· έχει βούληση, συναίσθημα (αγαπά, λυ­πάται, παρηγορεί), αυτοσυνειδησία. Επειδή είναι πρό­σωπο, η χάρη Του, δηλαδή η θεία Του ενέργεια που φθά­νει σε μας, μας χαρίζει την αγάπη του Θεού.

Χωρίς το Άγιο Πνεύμα, ο άνθρωπος μένει μόνος, χω­ρίς ελπίδα. Γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι ζωής χορηγός, μεταδίδει την κοινωνία με τον Πατέρα και τον Υιό, εν­τάσσοντας τον πιστό στο Σώμα του Χριστού. Τα δώρα που μας χαρίζει το Άγιο Πνεύμα σ' αυτό αποβλέπουν: στην ένταξη μας στο σώμα του Χριστού, στη μετοχή μας στη ζωή του Χριστού.

Ο λόγος της Γραφής μας βεβαιώνει πως το Άγιο Πνεύμα είναι ομοούσιο και ομόθρονο του Πατρός και του Υιού και μέτοχο των κοινών θείων ονομάτων Κύριος και Θεός. Τυχόν μειωτικές εκφράσεις στην άγια Γραφή α­ναφέρονται σε σχέση με την πρώτη πηγή και αίτια από την οποία προαιώνια εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ολόκληρη η αλήθεια· δη­λαδή η ενότητα της ουσίας και η διάκριση των προσώ­πων, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται η αίρεση, που απει­λεί τη σωτηρία του άνθρωπου.

Μέσα στην ενότητα του ενός Σώματος ο καθένας πι­στός συνεχίζει να είναι το συγκεκριμένο πρόσωπο· δεν απορροφάται από το όλον. Γι' αυτό και στη θεία λα­τρεία και στη μυστηριακή ζωή μνημονεύεται ο καθένας με το όνομα του. Έλαβε από το Άγιο Πνεύμα το δικό του χάρισμα και καλείται να το χρησιμοποιήσει όχι εγωιστι­κά, αλλά για την οικοδομή των άλλων μελών και για την αύξηση του όλου σώματος, μαζί με τη δική του, πνευματι­κή αύξηση εν Χριστώ.

Ο απόστολος Παύλος αναφέρει: στον καθένα δίδε­ται η φανέρωση του Πνεύματος για το συμφέρον στον ένα δίδεται δια του Πνεύματος λόγος σοφίας, στον άλλο λόγος γνώσεως κατά το αυτό πνεύμα, στον άλλον δε πίστις δια του αυτού πνεύματος· στον άλλο χαρίσματα θε­ραπείας δια του αυτού πνεύματος, στον άλλον ενεργήμα­τα δυνάμεων, στον άλλον προφητεία, στον άλλον δια­κρίσεις πνευμάτων, σε άλλον γένη γλωσσών, σε άλλον ερμηνεία γλωσσών. Όλα αυτά ενεργεί το ένα και το αυτό Πνεύμα, το οποίον τα διανέμει εις τον καθένα, όπως αυτό θέλει.

Όπως ακριβώς το σώμα είναι ένα, αλλά έχει πολλά μέλη, όλα δε τα μέλη του σώματος, αν και είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα έτσι και ο Χριστός. Διότι εις ένα Πνεύμα όλοι εμείς βαπτισθήκαμε και γίναμε ένα σώμα... Σεις είσθε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους (Α' Κορ. ιβ'7-27).

Η θεία ενέργεια δεν έχει την πηγή της έξω από τη φύση του Αγίου Πνεύματος· είναι άκτιστη και εγγυάται την κατά χάρη κοινωνία με τον Θεό. Διακρίνεται από την Θεία Ουσία και μας προφυλάσσει από τον κίνδυνο της σύγχυσης και της εξουδετέρωσης της δικής μας προσω­πικότητας, αφού δεν είναι κοινωνία Ουσίας.

Τα δώρα του Πνεύματος δεν εξαναγκάζονται· προσ­φέρονται με βάση τη θεία βούληση (Ιω. γ' 8, Α' Κορ. ιβ' 11. 'Εβρ. β' 4), όχι με ανθρώπινες μεθοδεύσεις. Αν τα χαρίσματα αυτά ήσαν αποτέλεσμα ανθρώπινης προσπά­θειας, θα ήσαν κτιστής τάξης, δεν θα αποτελούσαν πραγματική κοινωνία με τον Θεό. Αυτό μας βοηθεί να κα­τανοήσουμε γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει ιδιαίτε­ρη σημασία στη διδαχή της άκτιστης χάρης, ενώ ταυ­τόχρονα διακρίνει τη θεία χάρη από τη Θεία Ουσία.

Αν η χάρη είναι κτιστή, δεν οδηγεί στη σωτηρία, γιατί η κοινωνία με κάτι κτιστό δεν μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην υπέρβαση της κτιστής του πραγματι­κότητας και στην ένωση του με τον άκτιστο Θεό. Αν πάλι δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην Ουσία και στη Χάρη του Θεού, τότε η κοινωνία με τη θεία Ουσία θα εξα­φάνιζε το πρόσωπο του άνθρωπου. Υπάρχει λοιπόν διά­κριση ανάμεσα στην Ουσία και στη Χάρη του Θεού, που είναι άκτιστη, όχι κτιστή (δεν προέρχεται έξω από τη Θεία Ουσία), γι' αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία δια­σώζονται και τα δύο: και η αληθινή Θεο-κοινωνία, και το ανθρώπινο πρόσωπο.

Αλλά η Θεία Χάρη δεν προσφέρεται χωρίς την ενεργό συμμετοχή του άνθρωπου. Τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας δεν είναι πράξεις μαγικές· προϋποθέτουν τη συμ­μετοχή του κάθε πιστού. Ο άγγελος του Κυρίου ανήγγει­λε στην Παρθένο Μαρία: Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι· όμως και εκείνη έπρεπε να πει το γένοιτο! (Λουκ. α' 35-38).

Η Ορθόδοξη πίστη στον Τριαδικό Θεό απομακρύνει τον πιστό από την κακοδοξία και την πλάνη και περι­φρουρεί το μυστήριο της σωτηρίας του άνθρωπου. Όμως για να φθάσει ο άνθρωπος στην επίγνωση αυτής της σωτήριας αλήθειας, πρέπει να δεχθεί την πνοή του Άγιου Πνεύματος. Σ' αυτή τη Θεία πνοή δε μπορούμε να βάλου­με περιορισμούς, γιατί συντελείται σύμφωνα με τη Θεία βουλή. Όμως δεν υπάρχει τρόπος να φθάσουμε στη χάρη του Αγίου Πνεύματος ανεξάρτητα από το πρόσωπο του Υιού. Το Πνεύμα το Άγιο οδηγεί τον άνθρωπο στην επί­γνωση του Υιού, τον εντάσσει στο Σώμα του Χριστού, που είναι για τον άνθρωπο σωτηρία.


Από το βιβλίο Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ - ΑΘΗΝΑ 1994