Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

π. Θεόδωρος Ζήσης - Ἡ Ἱεραρχία καὶ ὁ Πάπας



1. Παρ᾿ ὀλίγον κατηγορούμενοι

Τὸ θέμα τοῦ πάπα ἀπασχολεῖ τὰ πιστὰ καὶ συνειδητὰ μέλῃ τῆς Ἐκκλησίας ἐδῶ καὶ πολὺ καιρό. Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ διανοηθεῖ ὅτι θὰ φθάναμε σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἀγωνιούσαμε καὶ ἀνησυχούσαμε, γιὰ τὴν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου αἰσθητηρίου, γιὰ τὴν ἔντεχνη μέσῳ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἅλωση ἐκ τῶν ἔνδον καὶ αἰχμαλωσία μας. Οἱ Θεολογικὲς Σχολές, μὲ ἐλάχιστες καὶ ἐπαινετὲς ἐξαιρέσεις, ἐκτρέφουν καὶ παράγουν οἰκουμενίζοντες θεολόγους καὶ κληρικούς. Ἂν κατὰ θεία ρύθμιση δὲν εἶχαν ἐπισυμβεῖ τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἡ ἀναγέννηση τῶν πατερικῶν σπουδῶν καὶ ἡ ἄνθηση τοῦ Μοναχισμοῦ θὰ εἶχε ἤδη πραγματοποιηθεῖ, χωρὶς ἀντίσταση καὶ ἀντίδραση, ἡ πλήρης ἐνσωμάτωσή μας στὴ Δύση, θὰ εἴχαμε φραγκέψει καὶ ὡς πρὸς τὴ θρησκεία, καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστη.
Δὲν εἶναι γι᾿ αὐτὸ δύσκολο νὰ ἐξηγήσει κανεὶς τὴ στάση τῆς πλειοψηφίας τῶν ἱεραρχῶν ἀπέναντι στὸ θέμα τῆς ἐπισκέψεως τοῦ πάπα, ποὺ ἀπασχόλησε ἀνάμεσα σὲ ἄλλα τὴν τελευταία συνέλευση τῆς Ἱεραρχίας, μεσοῦντος τοῦ Ὀκτωβρίου. Ἡ κατάσταση μάλιστα αὐτὴ θὰ χειροτερεύει, ὅσο θὰ ἀποχωροῦν οἱ παλαιοὶ ἱεράρχες καὶ θὰ ἀναδεικνύονται νέοι μὲ οἰκουμενιστικὴ καὶ ἐκκοσμικευμένη νοοτροπία, καρπὸν τῆς οἰκουμενίζουσας καὶ αἱρετίζουσας θεολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας. Ἡ τωρινὴ σύνθεση τῆς Ἱεραρχίας ἀπέτρεψε τὴν ἐπιθυμία καὶ πρόταση μερικῶν Ἱεραρχῶν νὰ κληθοῦν καὶ νὰ ἀπολογηθοῦν οἱ δυὸ πρωτοπρεσβύτεροι καθηγητὲς τῶν δυὸ Θεολογικῶν Σχολῶν, οἱ ὁποῖοι, σταθεροὶ στὴν παράδοση, ἀγωνίστηκαν, ὅσο μποροῦσαν, νὰ πείσουν τὸν ἀρχιεπίσκοπο καὶ τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο νὰ μὴ μετάσχει ἡ Ἐκκλησία στὴν ὑποδοχὴ τοῦ πάπα, γιατί αὐτὸ θὰ ἀποτελοῦσε κατάλυση καὶ παράβαση τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων.

2. Οἱ ἐπίσκοποι διάδοχοι ὄχι μόνο τῶν θρόνων ἀλλὰ καὶ τῶν τρόπων

Εὐχαριστοῦμε θερμὰ ὅσους ἀρχιερεῖς κατανοοῦν καὶ συμμερίζονται τοὺς ἀγῶνες μας γράφοντας μάλιστα σὲ ἐπιστολές τους ὅτι ἐνισχύονται πνευματικά, διότι στὶς μέρες μας ὑπάρχουν ἀκόμη φύλακες τῆς πίστεώς μας καὶ ἄνθρωποι ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν ὑπὲρ αὐτῆς. Λυπούμαστε μόνον, γιατί πρῶτοι ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, φύλακες ἄγρυπνοί της Ὀρθοδόξου πίστεως μὲ πνεῦμα θυσίας, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ, ex officio, ἐκ θείας ἐντολῆς καὶ ἐκ καθήκοντος, ὄχι δυὸ καὶ τρεῖς ἐπίσκοποι μεταξὺ τῶν ὀγδόντα, ἀλλὰ ἀντίστροφα ὀγδόντα στοὺς ὀγδόντα καὶ ἐμεῖς νὰ τοὺς ἀκολουθοῦμε.
Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθεῖ ἐπίσκοπος, ποὺ ἀρνεῖται ἢ ποὺ ἀδιαφορεῖ νὰ ὑποστηρίξει καὶ νὰ στηρίξει τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ παράδοση, νὰ σκέπτεται καὶ νὰ ἐνεργεῖ διαφορετικά, ὡς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες; Τὸ γράφουμε, γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ ἡ νομιμοποίηση ἑνὸς ἐπισκόπου δὲν διασφαλίζονται μόνον ἀπὸ τὴν κανονικότητα καὶ χρονικὴ συνέχεια τῆς ἱεροσύνης, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ συνέχιση τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς παραδόσεως. Οἱ ἅγιοι ἱεράρχες ἐξυμνοῦνται καὶ τιμῶνται ὄχι μόνον ὡς διάδοχοι τῶν θρόνων, ἀλλὰ καὶ ὡς διάδοχοι τῶν τρόπων. Δυστυχῶς, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς ἐπαναπαύονται στὴ δόξα καὶ στὶς ἀνέσεις τῶν θρόνων καὶ ἀδιαφοροῦν, γιὰ τὴ μίμηση τῶν τρόπων, τῆς συμπεριφορᾶς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων».

3. Νὰ μᾶς καλέσει ἡ Σύνοδος νὰ δώσουμε ἐξηγήσεις

Θὰ θέλαμε γι᾿ αὐτὸ πολὺ νὰ μᾶς καλέσει ἡ Ἱεραρχία ἢ ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος νὰ δώσουμε λόγο, γιὰ τὴ στάση μας, νὰ συζητήσουμε ἀκόμη καὶ δημοσίως, γιὰ τὰ δυὸ βασικὰ θεολογικὰ θέματα, ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα καὶ ἔγιναν ἀντικείμενο ζωηρῶν συζητήσεων καὶ ἀντιπαραθέσεων. Γιὰ τὸ ἂν δηλαδὴ ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἄκυρα καὶ ἀνυπόστατα τὰ μυστήριά τους καὶ δεύτερον, γιὰ τὸ ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση τῶν πιστῶν, πολὺ περισσότερο τῶν ποιμένων, ἀπέναντι τῶν αἱρετικῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ σιωπᾷ, νὰ ἀρνεῖται νὰ πάρει θέση ἡ Ἱεραρχία ἀπέναντι στὰ βασικὰ αὐτὰ θέματα πίστεως, ποὺ εἶναι λελυμένα καὶ ἀποσαφηνισμένα πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως, ἀπὸ τὴν διδασκαλία Πατέρων καὶ Συνόδων.
Ἀπευθύνθηκαν πολλοὶ πιστοὶ καὶ μάλιστα νέοι, καὶ ζήτησαν νὰ ἔχουν ἀπάντηση ἐπίσημη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, περὶ τοῦ ἂν ὁ Παπισμὸς εἶναι Ἐκκλησία ἢ αἵρεση. Καὶ ἀπάντηση δὲν πῆραν, ἀλλὰ μόνον ὑπεκφυγὴ στὴ θέση ὅτι εἶναι δύσκολο θέμα καὶ δὲν ἔχει ἀκόμη ἐπιλυθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Καλά, ποιοὶ εἶναι Ἐκκλησία; Οἱ σήμερα μόνον ζῶντες ἐπίσκοποι καὶ θεολόγοι ἢ καὶ ἡ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων; Ἂν δὲ μένει καιρὸς σὲ πολλοὺς πολυπραγμονοῦντες ἢ ραθυμοῦντες νὰ μελετήσουν καὶ νὰ ἐρευνήσουν τὴ ζωὴ καὶ τὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἂς ρωτήσουν καὶ ἂς μάθουν ἀπὸ τοὺς εἰδότες καὶ ἀγρυπνοῦντες.

π. Θεόδωρος Ζήσης - Ὑπακοή, διακριτικὴ ἢ ἀδιάκριτη;


Δημοσίευση στὸ ΒΗΜΑ 21-5-2006

Στὴν μικρὴ μελέτη μὲ τὸν παραπάνω τίτλο, ὁ π. Θεόδωρος μᾶς ἐξηγεῖ τὸν ὅρο τῆς Ὑπακοῆς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ ἑρμηνεία του. Ἔτσι, τὸ «πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου δὲν ἰσχύει ἀδιάκριτα. Ναί. Θὰ ὑπακούουμε στὸν ἀρχιεπίσκοπο, στὸν ἐπίσκοπο, στὸν ἱερέα ὡς φυσικὰ πρόσωπα, ἐφ᾿ ὅσον τὰ πρόσωπα αὐτὰ κάνουν μὲ τὴ σειρά τους ὑπακοὴ στὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ζωῆς καὶ «ὀρθοτομοῦν τὸ λόγο τῆς ἀληθείας».
Ἀλλιῶς, ἐφ᾿ ὅσον οἱ ποιμένες δὲν ἀγρυπνοῦν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν μας κι ἀφήνουν τοὺς Αἱρετικοὺς - Ἑτερόδοξους, ὡς ἄλλους λύκους νὰ μπαίνουν ἀνενόχλητοι στὸ μαντρί, τότε, ἐξετάζουμε μὲ προσοχὴ καὶ διακριτικότητα τὰ φρονήματά τους, συμβουλευόμαστε τοὺς πνευματικούς μας Πατέρες, τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων μας (στὰ ὁποῖα εὐτυχῶς σήμερα ἔχουμε εὔκολη πρόσβαση) κι ἂν πράγματι διαπιστώσουμε ὅτι ἡ δική τους διδασκαλία διαφέρει ἀπ᾿ αὐτὴ τῶν πατέρων, προτιμοῦμε νὰ κάνουμε ὑπακοὴ στοὺς ἁγίους καὶ ὄχι στοὺς παραβάτες τῶν λόγων τους.
Ἂν οἱ Ἅγιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ πιστοί, ἔκαναν ὑπακοὴ στοὺς αἱρετικοὺς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους ποὺ ἐμφανίζονταν κατὰ καιροὺς στὴν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, τότε θὰ εἶχε ἐπικρατήσει ἡ αἵρεση. Γι᾿ αὐτὸ οἱ «Ἀποστολικὲς Διαταγές» γράφουν: «φευκτέον ἀπὸ τῶν φθορέων ποιμένων», δηλ. φεύγετε μακριὰ ἀπὸ τοὺς ποιμένες ποὺ βλάπτουν πνευματικὰ καὶ δὲν ὠφελοῦν.
Στὴν Αἵρεση ποὺ μολύνει ὅλο τὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας, θὰ πρέπει νὰ ἀντιδροῦν ὅλοι, ποιμένες καὶ πιστοί, ἄσχετα ἂν ἡ αἵρεση ἐμφανίζεται στὴν μητρόπολή μας ἢ σὲ κάποια ἄλλη μητρόπολη.
Στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐμφανίστηκε ὁ Ἄρειος, δὲν ἔμειναν ὅμως ἀδιάφοροι οἱ Καππαδόκες Πατέρες. Ἔτσι καὶ σήμερα, ὅποιος δὲν ἀντιδρᾷ, δὲ διαμαρτύρεται, δὲν ὁμολογεῖ εἶναι ἐξ ἴσου συνυπεύθυνος. πχ. Ὅποιος δὲν ἀντιδρᾷ στὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι ἐξίσου συνυπεύθυνος μὲ ἐκείνους ποὺ τὸν προωθοῦν. Διότι ὁ Οἰκουμενισμός, ποὺ στὶς μέρες μας προωθεῖται ἀπὸ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καὶ τὸ Βατικανό, θεωρεῖται ἀπὸ πνευματικοὺς Πατέρες καὶ θεολόγους ὡς παναίρεση. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Χριστόδουλος, ὅταν ἔκρινε Πατερικὰ τὸν Οἰκουμενισμό, εἶχε ὡς ἑξῆς ἐκφραστεῖ γιὰ αὐτόν: «Ὁ Οἰκουμενισμός, ...βεβαίως εἶναι αἵρεση, γιατὶ σημαίνει ἀπάρνηση βασικῶν γνωρισμάτων τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως εἶναι φερ᾿ εἰπεῖν ἡ ἀποδοχὴ τῆς θεωρίας τῶν κλάδων, ὅτι δηλαδὴ ἡ κάθε Ἐκκλησία ἔχει ἕνα τμῆμα ἀληθείας καὶ πρέπει νὰ ἑνωθοῦμε ὅλες οἱ ἐκκλησίες, νὰ βάλουμε στὸ τραπέζι τὰ τμήματα τῆς ἀληθείας γιὰ νὰ ἀπαρτισθεῖ τὸ ὅλον. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Τέρμα, σ᾿ αὐτὸ δὲ γίνεται συζήτηση, καὶ ἑπομένως, ὁποιοσδήποτε πρεσβεύει τὰ ἀντίθετα μπορεῖ νὰ λέγεται οἰκουμενιστὴς καὶ ἑπομένως νὰ εἶναι αἱρετικός» (Ἀρχιεπ. Χριστόδουλος, 24-5-1998).
Ἄρα λοιπόν, εἶναι δικαιολογημένη καὶ ἁγία ἡ ἀνυπακοή, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος δὲν ὀρθοτομεῖ τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Τέτοια ἀνυπακοὴ ἔκανε ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (7ος αἰ.) μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα, στὸν Πατριάρχη καὶ στοὺς ἐπισκόπους ποὺ ὑποστήριζαν τὴν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Τὸν ἐπιπλήττει ὁ πατριάρχης καὶ τὸν ἀπειλεῖ μὲ τιμωρία διότι δὲν ὑπακούει στὴν Ἐκκλησία κι ἐκεῖνος τοῦ ἁπαντᾶ ὅτι Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀρθὴ ὁμολογία τῆς Πίστεως, καὶ ὄχι οἱ ἐκπρόσωποί της ποὺ τὴ νοθεύουν. Προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν, ὅτι μὲ τὶς νέες δογματικὲς διατυπώσεις ποὺ χρησιμοποιοῦσαν αὐτοί, δὲν ἀλλάζει τὸ δόγμα, ἁπλῶς οἰκονομοῦνται (βολεύονται) τὰ πράγματα. Ὅμως ὁ ἅγιος ἀπαντᾷ, ὅτι σὲ θέματα πίστεως δὲ χωρεῖ οἰκονομία καὶ συμβιβασμός. Ἡ αἵρεση εἶναι καινοτομία κι ὅσοι ἐπιχειροῦν νὰ τὴν ἐξωραΐσουν μὲ οἰκονομίες εἶναι ψευδοδιδάσκαλοι.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ τώρα, λέγει ὁ π. Θεόδωρος. Μᾶς καλοῦν καὶ μᾶς ἐκβιάζουν νὰ ὑπακούσουμε, νὰ ὑποταχθοῦμε στὸν Οἰκουμενισμό, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν οὔτε τὸ Θεὸ οὔτε τὴ συνείδησή τους, ἡ ὁποία φαίνεται βρίσκεται σὲ κατάσταση νάρκης.

π. Θεόδωρος Ζήσης - Οὔτε αἵρεσις οὔτε σχίσμα ὁ παπισμός (Πλέον τολμηροὶ οἱ νέοι Λατινόφρονες)


Ἄρθρο στὴν Ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος»,
τεῦχος 3ης & 10ης Νοεμβρίου 2006)

1. Μικρὲς ἢ μεγάλες οἱ διαφορὲς ποὺ μᾶς χωρίζουν;

Στὰ «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Συλβέστρου Συροπούλου, τὴν πιὸ αὐθεντικὴ καὶ ἀξιόπιστη πηγὴ γιὰ ὅσα συνέβησαν στὴν «Ἑνωτικὴ» ψευδοσύνοδο τῆς Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), ὑπάρχει ἕνα ἐπεισόδιο, ὅπου πρωταγωνιστοῦν οἱ λατινόφρονες τῆς συνόδου καὶ ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, τὸ ὁποῖο προβαλλόμενο στὴ σημερινὴ συγκυρία τῶν ἀγαπητικῶν ἀσπασμῶν καὶ θεολογικῶν ἀνοιγμάτων πρὸς τὸν Παπισμό, φανερώνει ὅτι οἱ σημερινοὶ λατινόφρονες ἔχουν προχωρήσει στὸν φιλολατινισμό, ἑπομένως καὶ στὴν ἀποστασία καὶ προδοσία τῆς πίστεως, πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὰ παλαιὰ πρότυπά τους, τὸν Βησσαρίωνα Νικαίας, τὸν Ἰσίδωρο Κιέβου, κ.ἄ...
Εἶχε ἤδη συγκροτηθεῖ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς συνόδου ἡ ἰσχυρὴ ὁμάδα τῶν λατινοφρόνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεβίασαν ἀκόμη καὶ τὸν αὐτοκράτορα γιὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ ἑνωτικοῦ ὅρου. Ὁ μόνος ἄκαμπτος καὶ ἀνυποχώρητος ἦταν ὁ μητροπολίτης τῆς Ἐφέσου Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε ὅτι ἔπρεπε πρῶτα οἱ Λατίνοι νὰ παραδεχθοῦν τὶς πλάνες καὶ τὶς αἱρέσεις τους, νὰ συμφωνήσουν στὶς ἀλήθειες τῆς βασιζόμενης στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Πατερικὴ Παράδοση κοινῆς μέχρι τοῦ σχίσματος διδασκαλίας, καὶ κατόπιν νὰ ὑπογραφεῖ ὁ ὅρος τῆς ἑνώσεως, ὥστε ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἑνότητα νὰ εἶναι ἀληθινὴ καὶ σταθερή, ὄχι εἰκονικὴ καὶ εὔθραυστη. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἑνωθοῦν ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πλάνη, ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ αἵρεση;
Στὴ συνάφεια αὐτὴ μᾶς διηγεῖται ὁ Συρόπουλος ὅτι «οἱ τοῦ λατινικοῦ ἐφιέμενοι», οἱ λατινόφρονες δηλαδὴ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων, ἐπαινοῦσαν τὴν ὁμόνοια καὶ τὴν εἰρήνη, χωρὶς δογματικὲς προϋποθέσεις, ὅπως κάνουν καὶ σήμερα οἱ Οἰκουμενισταί, ποὺ παρασύρουν τὸν ἀκατήχητο καὶ ἀπληροφόρητο λαὸ μὲ παχειὰ λόγια περὶ ἀγάπης, ὡσὰν νὰ εἶναι αὐτοὶ ἀγαπητικώτεροι καὶ φιλανθρωπότεροι τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων, ποὺ καταδικάζουν μὲ αὐστηρότητα τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεση, τοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ ψευδοδιδασκάλους. Ἐσχεδίαζαν μάλιστα καὶ ἐχάλκευσαν μὲ κρυφὲς συμφωνίες τὴν ἕνωση, χωρὶς νὰ ἐνημερώνουν ὅλα τὰ μέλη τῆς ἀντιπροσωπείας, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀντιδράσεις, ὅπως δὲν ἐνημερώνεται καὶ σήμερα ὁ πιστὸς λαὸς καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεται γι᾿ αὐτὸ ὅτι ἡ ἕνωση γίνεται ἤδη σταδιακά, ἔχει προχωρήσει οὐσιαστικὰ μὲ συμπροσευχές, συλλείτουργα καὶ ἀμοιβαία ἐκκλησιολογικὴ ἀναγνώριση, εἰς τρόπον ὥστε τὸ κοινὸ ποτήριο, ὅταν ἔλθει ἐπισήμως, νὰ ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιὰ ἐπισφράγιση καὶ ἐπικύρωση τῆς γενόμενης ἤδη ἑνώσεως. Ἄλλωστε, μήπως δὲν ὑπάρχει καὶ σήμερα κοινὸ ποτήριο μὲ τοὺς Μονοφυσίτες στὴν Ἀντιόχεια, στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπως καὶ μὲ τοὺς Λατίνους σὲ μεμονωμένες γνωστὲς περιπτώσεις; Ὅταν στὸ ἐπεισόδιο ὁ μητροπολίτης Ἡρακλείας ζήτησε νὰ ἔχουν στὰ χέρια τους τὸ ἑνωτικὸ κείμενο ποὺ ἑτοίμασαν ὁ Βησσαρίων καὶ ἡ ὁμάδα του, ὥστε νὰ τὸ μελετήσουν προσεκτικά, γιατὶ ἀπὸ μία ἁπλὴ ἀκρόασή του δὲν μποροῦσαν νὰ σχηματίσουν γνώμη, δέχθηκε αὐστηρὴ καὶ εἰρωνικὴ τὴν παρατήρηση ὅτι εἶναι ντροπὴ νὰ ἰσχυρίζονται μερικοὶ ὅτι δὲν συνεκράτησαν καὶ ἐλησμόνησαν τὰ ἀναγνωσθέντα. Μὲ τέτοια βιασύνη, ἐπιπολαιότητα καὶ κρυψίνοια προχωροῦσαν οἱ λατινόφρονες στὴν συμφωνία σὲ θέματα πίστεως: «Τοιαύτας διασκέψεις καὶ μελέτας ἠξίουν γίνεσθαι εἰς τὰς περὶ τῆς πίστεως ἐκθέσεις τε καὶ συγκαταθέσεις». [1]
Ἰσχυρίζονταν ἐπίσης οἱ λατινόφρονες ὅτι οἱ διαφορὲς ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τοὺς Λατίνους εἶναι μικρές, καὶ ἂν οἱ δικοί μας θελήσουν νὰ γίνει ἡ ἕνωση, εὔκολα θὰ διορθωθοῦν. Ὅταν ὁ Ἅγιος Μάρκος ἀντέτεινε ὅτι εἶναι μεγάλες οἱ διαφορὲς ποὺ μᾶς χωρίζουν, τοῦ ἀπήντησαν, ὅτι δὲν εἶναι αἱρετικοὶ οἱ Λατίνοι καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ὀνομάζει αἱρετικούς, γιατὶ οὔτε καὶ οἱ προηγούμενοι λόγιοι καὶ ἅγιοι ἄνδρες ὀνόμαζαν τὸν Λατινισμὸ αἵρεση. Ὁ Ἅγιος Μάρκος ἀποκρίθηκε ὅτι εἶναι αἵρεση, καὶ ἔτσι τοὺς θεωροῦσαν καὶ οἱ προηγούμενοι ἀλλὰ δὲν θέλησαν νὰ διακηρύξουν φανερὰ καὶ νὰ καταδικάσουν τοὺς Λατίνους ὡς αἱρετικούς, γιατὶ ἤλπισαν καὶ περίμεναν, ὅτι θὰ ἐπιστρέψουν, καὶ γιατὶ εἶχαν ἀνάγκη τῆς φιλίας τους· ἂν ἀμφέβαλλαν γι᾿ αὐτό, θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς ἀποδείξει μὲ μαρτυρίες ἀπὸ τὰ κείμενα ὅτι τοὺς θεωροῦσαν ὡς αἱρετικούς: «Αἵρεσίς ἐστι, καὶ οὕτως εἶχον αὐτὴν καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν, πλὴν οὐκ ἠθέλησαν θριαμβεύειν τοὺς Λατίνους ὡς αἱρετικούς, τὴν ἐπιστροφὴν αὐτῶν ἐκδεχόμενοι καὶ τὴν φιλίαν πραγματευόμενοι· εἰ δὲ βούλεσθε, δείξω ὑμῖν ἐγὼ ὅπως εἶχον τούτους αἱρετικούς». [2]

2. Εἶναι αἱρετικοὶ οἱ Λατίνοι, γιατὶ σφάλλουν στὴν πίστη

Στὴν περίφημη «Ἐγκύκλιο τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς», ποὺ ἔστειλε ὁ Ἅγιος Μάρκος ἕνα χρόνο περίπου μετὰ τὴν σύνοδο (1440/41), ἀπὸ τὴν Λῆμνο, ὅπου εἶχε ἐξορισθεῖ, γιὰ νὰ ἐνημερώσει τοὺς Ὀρθοδόξους γιὰ ὅσα συνέβησαν καὶ συζητήθηκαν στὴν Φλωρεντία, παρουσιάζει καὶ μερικὰ ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Λατινοφρόνων. Ἕνα λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ ἔλεγε, ὅπως μᾶς παρουσίασε καὶ ὁ Συρόπουλος, ὅτι οὐδέποτε θεωρούσαμε τοὺς Λατίνους ὡς αἱρετικούς, ἀλλὰ μόνον ὡς σχισματικούς: «Οὐδέποτε φησί, τοὺς Λατίνους ὡς αἱρετικοὺς εἴχομεν, ἀλλὰ μόνον σχισματικούς» [3]. Ἐδῶ ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Μάρκος ὅτι τὸ νὰ ὀνομάζουμε τοὺς Λατίνους σχισματικοὺς τὸ δανεισθήκαμε ἀπὸ ἐκείνους· μᾶς ὀνομάζουν ἐκεῖνοι σχισματικούς, γιατὶ δὲν ἔχουν νὰ μᾶς κατηγορήσουν κάτι ὡς πρὸς τὴν πίστη, ὡς πρὸς τὰ δόγματα, ἀλλὰ γιατὶ δὲν δεχθήκαμε τὴν ὑποταγὴ στὸν πάπα, τὴν ὁποία ὀφείλουμε, ὅπως πιστεύουν. Πρέπει ὅμως νὰ σκεφθοῦμε ἂν εἶναι σωστὸ νὰ ἀνταποδίδουμε καὶ ἐμεῖς χαριζόμενοι τὸν ἴδιο χαρακτηρισμὸ τοῦ σχισματικοῦ καὶ ὄχι τοῦ αἱρετικοῦ, ὅπως εἶναι σωστό, ἀφοῦ πλανῶνται στὴν πίστη.
Γνωρίζει

π. Θεόδωρος Ζήσης - Ἀήττητος ἡ Ἐκκλησία


(Πηγή: Ὀρθόδοξος Τύπος, 21-11-2008)
σημ.web.: Τὸ ἄρθρο ἐκφράζει προσωπικὲς πολιτικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀπόψεις τοῦ συντάκτη του

1. Δογματικοὶ καὶ ἀδίδακτοι οἱ τῆς Ἀριστερᾶς

Στὸ μετὰ τὴ μεταπολίτευση τοῦ 1974 πολιτικὸ σκηνικὸ κυριάρχησαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ κυριαρχοῦν δύο πολιτικὰ κόμματα, τὸ ΠΑΣΟΚ καὶ ἡ «Νέα Δημοκρατία». Ἡ παραδοσιακὴ Ἀριστερὰ τοῦ ΚΚΕ καὶ ἡ ἀνανεωτικὴ τοῦ «Συνασπισμοῦ» εἶχαν καὶ ἔχουν σταθερή, ἀλλὰ περιορισμένη ἀπήχηση στὸ ἐκλογικὸ σῶμα, λόγῳ δὲ τῆς μεταξὺ τῶν ἀσυμφωνίας δὲν πρόκειται στὸ ἄμεσο μέλλον νὰ ἑνωθοῦν, ὥστε νὰ διεκδικήσουν τὴν διακυβέρνηση τῆς χώρας. Ἀποτελοῦν πάντως σπουδαίους παράγοντες, ποὺ ἀποφασιστικὰ ἐπηρεάζουν τὸ πολιτικὸ καὶ ἰδιαίτερα τὸ πολιτιστικὸ γίγνεσθαι τοῦ τόπου. Λόγω τῆς ἀθεϊστικῆς τους ἰδεολογίας διακηρύσσουν σταθερᾶ ὅτι ἐπιθυμοῦν καὶ ἐπιδιώκουν νὰ μεταβάλουν τὴν Ἑλλάδα σὲ ἕνα ἄθρησκο κοσμικὸ κράτος, στὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία, δὲν θὰ ἔχει κανένα θεσμικὸ καὶ κοινωνικὸ ρόλο, περιοριζόμενη μέσα στοὺς τοίχους τῶν ἱερῶν ναῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ κάθε εὐκαιρία ποὺ τοὺς δίδεται, ἐπαναφέρουν μὲ ἀξιοθαύμαστο ἰδεολογικὸ ζῆλο, ποὺ μοιάζει μὲ θρησκευτικὸ δογματισμὸ καὶ φονταμενταλιστικὴ νοοτροπία, τὸ αἴτημα τοῦ χωρισμοῦ Ἐκκλησίας καὶ κράτους.
Δὲν διδάχθηκαν καθόλου ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς πρώην Σοβιετικῆς Ἕνωσης, ἀπὸ τὸν φαινομενικὰ οὐδέτερο, οὐσιαστικὰ ὅμως ἐχθρικὸ χωρισμὸ Ἐκκλησίας καὶ κράτους, ποὺ μετέβαλε σὲ ἐρείπια τὸν ἐπὶ αἰῶνες ἀνθηρὸ Ὀρθόδοξο ῥωσικὸ πολιτισμό, ὡς καὶ τοὺς πολιτισμοὺς τῶν ἄλλων δορυφόρων λαῶν, ποὺ ἐγνώρισαν τεράστια πολιτιστικὴ καταστροφὴ καὶ ἐρήμωση, οὔτε ὑπολογίζουν τὸ ψυχικὸ καὶ πνευματικὸ κενὸ ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, ποὺ τοὺς ξερίζωσαν τὴν ἔμφυτη θρησκευτικότητα καὶ τοὺς ἄφησαν ἀνυπεράσπιστους, χωρὶς πνευματικὰ ἀντισώματα, χωρὶς ἱστορικὴ συνέχεια, στὶς ἄγριες καὶ θηριώδεις ἐπιδράσεις καὶ ἐπιθέσεις τῆς καθαρὰ ὑλιστικῆς καὶ ἀντιανθρώπινης «Νέας Ἐποχῆς» τοῦ παλαιοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Δὲν βλέπουν ὅτι ἡ μετακομμουνιστικὴ Ρωσία τοῦ Πούτιν διορθώνει τὴν ἐκκλησιομάχο πολιτικὴ τῶν σοσιαλιστῶν - κομμουνιστῶν καὶ βοηθεῖ μὲ κάθε τρόπο τὴν Ἐκκλησία στὸ ἔργο της, μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν στὰ κρατικὰ Πανεπιστήμια καὶ τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στὴ στοιχειώδη καὶ μέση Ἐκπαίδευση. Δὲν διδάσκονται ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ καὶ πνευματικὰ ἀδιέξοδά της ἄθρησκης καὶ ἄθεης Γαλλίας, ἡ ὁποία τώρα μὲ πολλοὺς ἐκπροσώπους τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς διανόησης μετρᾶ τὶς κακὲς συνέπειες τῆς περιθωριοποίησης τῆς Ἐκκλησίας καὶ προγραμματίζει τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα. Παραβλέπουν ὅτι καὶ στὶς περισσότερες χῶρες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στὰ σχολεῖα εἶναι ὑποχρεωτικό, διδασκόμενο μάλιστα ὄχι μὲ θρησκειολογικὴ ἀλλὰ μὲ ὁμολογιακὴ - κατηχητικὴ κατεύθυνση, ὥστε ἐκτὸς τοῦ γνωσιολογικοῦ ἐξοπλισμοῦ τῶν μαθητῶν μὲ ἀπαραίτητα στοιχεῖα γιὰ τὸ χριστιανικὸ παρελθὸν καὶ παρὸν τῆς Εὐρώπης, νὰ διαπλασθοῦν πνευματικὰ ἀπὸ τὸν δοκιμασμένο, ἐξημερωτικὸ καὶ ἠθοπλαστικὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.

2. Ἄλλοι κυβερνοῦν καὶ καταστρέφουν τὴν Ἑλλάδα

Φαίνεται πάντως ὡς ἀντιφατικὸ καὶ περίεργο ὅτι, μολονότι ἡ ἰδεολογικὴ ἀπήχησή τους στὸ ἐκλογικὸ σῶμα εἶναι περιορισμένη καὶ γι᾿ αὐτὸ δύσκολα θὰ ἀναλάβουν κυβερνητικὲς εὐθύνες, ἐν τούτοις ἔχουν ἐπιβάλει τὴν ἰδεολογική τους γραμμὴ στὸ πολιτιστικὸ γίγνεσθαι, σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ἠθικὴ ζωὴ καὶ τὴν παιδεία. Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ πολιτιστική τους κυριαρχία, παρὰ τὴν πολιτικὴ τοὺς ἐλαχιστότητα; Καὶ πῶς συμβαίνει νὰ κυριαρχοῦν ἐπὶ τριάντα καὶ πλέον χρόνια πολιτικὰ ἡ Νέα Δημοκρατία καὶ τὸ ΠΑΣΟΚ, νὰ σφραγίζουν ὅμως τὸ πνευματικὸ καὶ πολιτιστικὸ γίγνεσθαι τὰ κόμματα τῆς Ἀριστερᾶς, ἰδιαίτερα ὅμως οἱ εὐρωσοσιαλιστὲς τοῦ Συνασπισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναλάβει ἐργολαβικὰ καὶ παθιασμένα τὸν πόλεμο ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τὸ ΚΚΕ εἶναι συγκρατημένο καὶ πάντως δὲν πρωτοστατεῖ στὴν διαμόρφωση ἐκκλησιομαχικοῦ πολεμικοῦ κλίματος, ποὺ θυμίζει τὶς ἐποχὲς τῶν διωγμῶν καὶ τῶν ἀσύστατων συκοφαντιῶν ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν; Πῶς τελικῶς φθάσαμε στὸ σημεῖο ἡ παραδοσιακὴ καὶ συντηρητικὴ «Νέα Δημοκρατία» νὰ συνεχίζει τὸ γκρέμισμα δοκιμασμένων ἀξιῶν τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ, ποὺ ἄρχισε τὸ ΠΑΣΟΚ, καὶ νὰ ἀπογοητεύει μεγάλο μέρος τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος, ποὺ τὴν ἐπανέφερε στὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ σταματήσει τὴν ἀποδόμηση, τὴν συκοφάντηση καὶ διάλυση τῶν θεσμῶν, τὸ ἴδιο τὸ εἶναι τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἑλληνικότητα, τὴν ταυτότητά τους, τὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό τους;

π. Θεόδωρος Ζήσης - Μακρὰν τῆς ὁδοῦ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡ συνάντησις Βαρθολομαίου καὶ πάπα Ρώμης Βενεδίκτου


«Ἔπαυσαν οἱ ἄνθρωποι νὰ διακρίνουν μεταξὺ ὀρθοῦ καὶ ἐσφαλμένου, μεταξὺ ἀληθείας καὶ πλάνης. Τὸ ναρκωτικὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς νέας αὐτῆς θρησκείας τοῦ Ἀντιχρίστου, τῆς παναιρέσεως αὐτῆς κατὰ τὸν Γέροντα Ἰουστῖνο Πόποβιτς, διδόμενο κατὰ μικρὲς δόσεις ἐπὶ δεκαετίες καὶ καλυμμένο μὲ ὀρθοδοξοφανὲς περικάλυμμα σὰν τὴν Οὐνία, μὲ παρερμηνευόμενα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει ναρκώσει τὶς συνειδήσεις τῶν περισσοτέρων καὶ μάλιστα πολλῶν κληρικῶν καὶ θεολόγων. Ἔχει δημιουργήσει μία φανταστική, ψεύτικη ἀτμόσφαιρα εἰρήνης καὶ ἑνότητος μὲ τὸν δῆθεν διάλογο τῆς ἀγάπης, μέσα στὴν ὁποία ἀναπαύονται μακάρια τὰ πλήθη, ποὺ παίρνουν ἀνυποψίαστα καὶ δωρεὰν ἀπὸ τὰ μέσα ἐνημέρωσης τὸ χαπάκι τῆς οἰκουμενιστικῆς ἡρωίνης».

1. Λύπη καὶ πίκρα τῶν Ὀρθοδόξων

Γεμάτο πίκρα καὶ στενοχώρια παρακολούθησε τὸ θεοσεβὲς πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Χριστοῦ ὅσα συνέβησαν κατὰ τὴν συνάντηση τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου μὲ τὸν πάπα Βενέδικτο στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀνάμεσα στὰ πολλὰ τηλεφωνήματα ποὺ ἐδέχθη ὁ γράφων, ἐκφραστικὰ αὐτῆς τῆς πικρίας, ἀπὸ πολλὲς ἐπαρχίες καὶ μητροπόλεις καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἰδιαίτερη ἐντύπωση τοῦ προκάλεσαν δυό: Εὐλαβέστατος πνευματικὸς τῆς Θεσσαλονίκης μὲ πλῆθος πνευματικῶν τέκνων εἶπε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει, λυπᾶται μέχρι θανάτου, διότι ἐβίασαν, ἀτίμασαν τὴν μάννα μας, τὴν Ὀρθοδοξία. Ἔγγαμος ἱερεύς, πολύτεκνος, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, ἀποφασισμένος νὰ διακόψει τὸ μνημόσυνο τοῦ συμφωνοῦντος μὲ ὅλα αὐτὰ ἐπισκόπου του, ὅταν διακριτικὰ τοῦ ὑπενθύμισα τὶς πιθανὲς διώξεις καὶ ποινὲς μοῦ εἶπε: «Προτιμῶ νὰ καλλιεργῶ τὰ χωράφια μου, ὡς ἁπλὸς ἀγρότης, καὶ νὰ κρατήσω τὴν πίστη μου, παρὰ νὰ συνεργήσω στὴν κατεδάφισή της καὶ νὰ πάω στὴν κόλαση μαζὶ μὲ τὸν πατριάρχη καὶ τοὺς ἐπισκόπους».
Δὲν ξέρω ἂν ὁ ἁπλοϊκὸς αὐτὸς καὶ ὀλιγογράμματος ἱερεὺς εἶχε διαβάσει συγγράμματα Ἁγίων Πατέρων· αὐτὰ ποὺ εἶπε ὅμως ἐκφράζουν τὴν διαχρονικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν στάση ὅλων τῶν πιστῶν καὶ τῶν λαϊκῶν ἀπέναντι τῶν ἐπισκόπων καὶ τῶν πρεσβυτέρων σὲ περίπτωση ποὺ δὲν ὀρθοτομοῦν τὸν λόγο τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ ἐνισχύουν τὴν αἵρεση καὶ τὴν πλάνη. Τὸ πλῆθος τῶν σχετικῶν πατερικῶν μαρτυριῶν ὑπάρχει τώρα στὸ βιβλίο μας «Κακὴ Ὑπακοὴ καὶ Ἁγία Ἀνυπακοή». Ὑπενθυμίζουμε ἁπλῶς ἐδῶ ἐνδεικτικὰ τὴν γνώμη τοῦ μεγάλου ἀγωνιστοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ, τοῦ Μ. Ἀθανασίου. Γράφει ὅτι στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, συμπεριφέρονται κακῶς καὶ σκανδαλίζουν τὸν λαό, πρέπει νὰ ἐκδιώκονται, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μείνουν οἱ πιστοὶ χωρὶς ποιμένα. Εἶναι καλύτερα, συμφέρει, χωρὶς ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς νὰ γίνονται οἱ συνάξεις στοὺς ναούς, παρὰ νὰ ριφθοῦν οἱ πιστοὶ μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοὺς ἱερεῖς στὴν κόλαση, ὅπου πῆγαν οἱ Ἑβραῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τους Ἄννα καὶ Καϊάφα: «Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον ἢ μετ᾿ αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα, εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός»(1). Αὐτὸ ἔπραξε στὶς ἡμέρες μας ὁ Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Γαβριὴλ καὶ μὲ μία ὀλιγόλογη καὶ θαρραλέα Δήλωση καὶ Ὁμολογία διέκοψε τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μετὰ τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὶς κοινὲς δηλώσεις μὲ τὸν προηγούμενο πάπα, ποὺ ἔγιναν πρὶν ἀπὸ δυὸ ἔτη κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τῆς Ρώμης στὶς 29 Ἰουνίου τοῦ 2004 καὶ τὴν τελετὴν τῶν θυρανοιξίων ὀρθοδόξου ἱεροῦ ναοῦ τὴν 1ην Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Στὸ ἑξῆς, γράφει, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι μὲ τὴν σιωπή μου συμφωνῶ μὲ ὅσα γίνονται, δὲν θὰ συμμετέχω στὶς ἀκολουθίες ποὺ μνημονεύεται τὸ ὄνομα τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου, ἀλλὰ θὰ παραμένω εἰς τὸ κελλάκι μου «κάμνων τὴν κανονικὴν καὶ καθωρισμένην μοναχικὴν ἀκολουθίαν μου κατὰ μόνας εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας καὶ ἕως ὅτου λάβη σαφῆ καὶ συγκεκριμένην θέσιν ἡ Ἱ. Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους περὶ τῶν συμβάντων γεγονότων τῶν ὡς ἄνω ἡμερῶν» (2).

2. Τὸ ναρκωτικὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τοῦ Συγκρητισμοῦ σὲ αὐξημένες δόσεις

Ὑπάρχουν πολλὲς τέτοιες ἄγρυπνες καὶ εὐαίσθητες συνειδήσεις Ὀρθοδόξων, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ φωνὴ καὶ ἡ στάση δὲν φθάνουν στὶς ἀκοὲς καὶ στὰ ὄμματα τῶν πολλῶν καὶ ἐν πολλοῖς ἀδιαφόρων πιστῶν. Ἀντίθετα προβάλλονται καὶ μεγαλύνονται ὅσοι κληρικοὶ καὶ θεολόγοι ὑμνοῦν καὶ προσκυνοῦν τὸ θηρίο τῆς Ἀποκαλύψεως, τὸν θρησκευτικὸ συγκρητισμὸ τοῦ Ἀντιχρίστου, τὴν ἰσοπέδωση θρησκειῶν καὶ ὁμολογιῶν, τὸ πολυπολιτισμικὸ καὶ πολυθρησκευτικὸ μοντέλο τῆς δῆθεν Νέας Ἐποχῆς, ποὺ ἐπαναφέρει τὸν κόσμο στὸ σκοτάδι καὶ στὴν διαφθορὰ τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς, ἡ ὁποία εἶχε γεράσει καὶ φθαρῆ μέσα σὲ πάθη ἀτιμίας. Κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ἐκδιώκεται ὁ Χριστὸς καὶ ἀποχριστιανίζεται ὁ κόσμος, καὶ μάλιστα ὁ δυτικὸς καὶ «πολιτισμένος», μὲ εὐθύνη τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, κατὰ τὸ ἴδιο μέτρο τὸ κενὸ καλύπτει ὁ Διάβολος. Μεταλλάσσεται ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία τοῦ Εὐαγγελίου, μὲ τὸ ψεῦδος τῆς νέας εἰδωλολατρίας τοῦ πολυπολιτισμοῦ καὶ τοῦ συγκρητισμοῦ, μὲ συνέπεια νὰ ἀτονήσει ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ νὰ φθάσουν οἱ ἄνθρωποι εἰς «ἀδόκιμον νοῦν» «πεπληρωμένοι πάσης κακίας», ἀκόμη καὶ στὴν διάπραξη τῆς πιὸ ἀπεχθοῦς ἀκαθαρσίας τοῦ Σοδομισμοῦ, τῆς ἐπαινούμενης καὶ ἀσκούμενης ἀκόμη καὶ ἀπὸ κληρικοὺς ὁμοφυλοφιλίας, ὅπως ἀκριβῶς παρουσιάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς, στὴν ὁποία θέλουν νὰ μᾶς ἐπαναφέρουν ὡς δῆθεν Νέα Ἐποχὴ οἱ τοῦ συγκρητισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας. Ὅσες συναντήσεις καὶ ἂν γίνουν τοῦ πάπα μὲ ὀρθοδόξους πατριάρχες, ἡ μόνη ὁδὸς ἐπανευαγγελισμοῦ τῶν Χριστιανῶν εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ ἐπάνοδος, ἡ μίμηση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσε γιὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ πάπα τώρα γιὰ τὴν ἄρνηση τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας τῶν κοινῶν Πατέρων καὶ Ἁγίων της πρώτης χιλιετηρίδος. Ἂν ἐξακολουθήσει νὰ ἐπιμένει ἐγωιστικὰ στὸ δῆθεν ἀξίωμα τοῦ Πέτρου καὶ στὰ κλειδιὰ τῆς Βασιλείας, ὅπως ἔπραξε καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες στὴν Κωνσταντινούπολη, σὲ κοσμικὲς φιλοδοξίες καὶ πρωτεῖα, τότε δὲν ἰσχύει τὸ «ποίμαινε τὰ πρόβατά μου»(3), ἀλλὰ τὸ «Ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανᾶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων»(4).

«Λόγος περὶ τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς» Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ


(νεοελληνικὴ ἀπόδοση)
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς Πατερικὲς ἐκδόσεις
«Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τόμος 10ος.
«Ὅταν συμπληρωνόταν ἡ πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση, τῆς ὁποίας ἔφθασε τώρα ἡ μνήμη, ἐνῷ ὅλοι οἱ μαθητὲς ἦσαν συγκεντρωμένοι μαζὶ καὶ εὑρίσκονταν ὁμόψυχοι στὸ ὑπερῷο (οἶκος) ἐκείνου τοῦ ἱεροῦ, ἀλλὰ καὶ στὸ προσωπικό του ὑπερῷο, στὸ νοῦ του, συναγμένος ὁ καθένας τους (διότι ἦσαν σὲ ἡσυχία καὶ ἀφιερωμένοι στὴ δέηση καὶ στοὺς ὕμνους πρὸς τὸ Θεό), ξαφνικά, λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «ἀκούσθηκε ἦχος ἀπὸ τὸν οὐρανό, σὰν ἀπὸ ὁρμὴ βιαίου ἀνέμου καὶ ἐγέμισε τὸν οἶκο ὅπου κάθονταν». (Πράξ. 2, 1-11). Εἶναι βίαιος γιατὶ νικᾶ τὰ πάντα καὶ ξεπερνᾶ τὰ τείχη τοῦ πονηροῦ, γκρεμίζει κάθε ὀχύρωμα τοῦ ἐχθροῦ, ταπεινώνει τοὺς ὑπερήφανους, ἀνυψώνει τοὺς ταπεινοὺς στὴ καρδιὰ καὶ διασπᾶ τοὺς συνδέσμους τῶν ἁμαρτημάτων. Γέμισε δὲ ὁ οἶκος ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο κάθονταν, καθιστώντας τον, κολυμβήθρα πνευματικὴ καὶ ἐκπληρώνοντας τὴν ἐπαγγελία τοῦ Σωτῆρα, ποὺ τοὺς ἔλεγε, πρὶν ἀναληφθεῖ: «Ὁ μὲν Ἰωάννης βάπτισε μὲ νερό, ἐσεῖς δὲ θὰ βαπτισθῆτε μὲ ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς μέρες».
Ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα ποὺ ἔδωσε σ᾿ αὐτοὺς τὸ ἔδειξε νὰ ἀληθεύει. Διότι διὰ τοῦ ἤχου αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς οἱ Ἀπόστολοι ἔγιναν πραγματικὰ υἱοὶ βροντῆς. «Καὶ φάνηκαν σ᾿ αὐτοὺς γλῶσσες διαμεριζόμενες ὡσὰν πυρὸς καὶ στὸν καθένα τοὺς κάθισε ἀπὸ μία κι᾿ ἐγέμισαν ὅλοι ἅγιο Πνεῦμα καὶ μιλοῦσαν ἄλλες γλῶσσες, ὅπως τοὺς ἔδιδε τὸ Πνεῦμα νὰ μιλοῦν».
Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο φάνηκε τὸ Πνεῦμα σὲ σχῆμα γλωσσῶν;
Ἀφ᾿ ἑνὸς γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὴ συμφυΐα του, τὴ σχέση του μὲ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατὶ τίποτε δὲν εἶναι συγγενέστερο ἀπὸ τὴ γλώσσα πρὸς τὸ λόγο. Συγχρόνως δὲ καὶ γιὰ τὴ χάρη τῆς διδασκαλίας, γιατὶ ὁ κατὰ Χριστὸ διδάσκαλος χρειάζεται χαριτωμένη γλώσσα.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Υμνολογική προσέγγιση της Θεολογίας των Θεοφανείων και οι υμνογράφοι της Εορτής.


9
Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Τα Θεοφάνια (ή Θεοφάνεια) είναι μεγάλη ετήσια χριστιανική εορτή της ανάμνησης της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Εορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων). Το όνομα προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη σύμφωνα με τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές. Η εορτή των Θεοφανίων λέγεται επίσης και Επιφάνια και Φώτα (ή Εορτή των Φ Το πότε καθιερώθηκε να εορτάζεται η μνήμη του γεγονότος της Βάπτισης του Ιησού δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα. Φαίνεται όμως ότι αναφάνηκε πολύ νωρίς στη πρώτη Εκκλησιά των Χριστιανών. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωμ. βιβλ. α΄) αναφέρει πως κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί στις αρχές του Β΄ αιώνα εόρταζαν την ημέρα της Βάπτισης του Κυρίου «προδιανυκτερεύοντες» και ότι η εορτή αυτή γινόταν κατ΄ άλλους μεν στις 6 Ιανουαρίου, κατ΄ άλλους στις 10 Ιανουαρίου.
Σύντομα ιστορικά στοιχεία για την καθιέρωση της εορτής.
Κατά δε τον 3ο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη την Χριστιανική Εκκλησία. Έτσι ενώ ο Gieseler ( Kirchengeschichte I ,376) δέχθηκε ότι πρώτοι οι Βασιλειδιανοί καθιέρωσαν την εορτή των Θεοφανίων ο Neander (Kirchengeschichte I 386) θέτει το ερώτημα: πως από «αιρετικούς» το δέχθηκε η Εκκλησία;
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρης μάλλον στην Αντιόχεια τη Μεγάλη, και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί Βασιλειδιανοί… Κατά δε τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος».
Με τη λήξη του 3ου αιώνα προστέθηκε και άλλη έννοια στον εορτασμό αυτό που άρχισε να πανηγυρίζεται και ως ημέρα της «εν σαρκί» φανερώσεως του Κυρίου. Ούτως και στην Αλεξάνδρεια κατά τον Κασσιανό, και στη Κύπρο κατά Επιφάνιο. Από της εποχής λοιπόν αυτής άρχεται, κατά το πιθανότερο, και ο εορτασμός των Χριστουγέννων.
Κατά τον 4ο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την ανατολική Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος, απ΄ όπου και το όνομα «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός λόγος 39, Αστερίου Αμάσ. Λόγος εις «εορτών των Καλανδών»).
Στη Δύση τα Θεοφάνια απαντώνται στα μέσα του 4ου αιώνα, αλλά από της εποχής αυτής φαίνεται στη Ρωμαϊκή Εκκλησία και άλλη μια εορτή αφιερωμένη στη κατά σάρκα Γέννηση του Ιησού στις 25 Δεκεμβρίου. Όταν πλέον καθιερώθηκε αυτή η ημερομηνία για τα Χριστούγεννα σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο έγινε και ο διαχωρισμός της εορτής των Φώτων στις 6 Ιανουαρίου, στα μέσα του 6ου αιώνα.


Η Υμνολογία της εορτής και οι υμνογράφοι.
Τα προεόρτιά της αρχίζουν την επομένη της πρωτοχρονιάς, την 2α  Ιανουαρίου. Μέσα στην προπαρασκευαστική αυτή περίοδο ευρίσκεται και η «Κυριακή προ των φώτων». Και αυτή εντάσσεται μέσα στην προεόρτιο λειτουργική ετοιμασία. Στα αναγνώσματα της θείας λειτουργίας της Κυριακής αυτής ακούμε την «Αρχή του Ευαγγελίου Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού» από τον πρόλογο του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, που αφηγείται την εμφάνιση του Προδρόμου στην έρημο του Ιορδάνη, το κήρυγμά του και την προφητεία του περί του Χριστού. Ο Ιωάννης εβάπτισεν «εν ύδατι», ο «ισχυρότερός» του όμως, που έρχεται «οπίσω» του, θα βαπτίσει τον λαό «εν Πνεύματι αγίω» (Μάρκ. 1, 1-8).
Στην τετραήμερο προεόρτιο περίοδο, από της 2ας μέχρι της 5ης Ιανουαρίου στοιβάζονται οι κανόνες, τα τριώδια και τα άλλα προεόρτια ιερά άσματα. Εχομε και εδώ την «Μεγάλη Εβδομάδα» των Φώτων, όπως την είδαμε και στα Χριστούγεννα, με την διαφορά ότι ο χρόνος της προπαρασκευής εδώ είναι μικρότερος, λόγω της παρατάσεως των μεθεόρτων των Χριστουγέννων μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου και της εορτής της Περιτομής του Χριστού της 1ης Ιανουαρίου. Και πάλι η επίδραση των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδος είναι έκδηλη, λόγω ακριβώς της προσπάθειας παραλληλισμού της εορτής των Θεοφανείων προς το Πάσχα. Και πάλι η προπαρασκευή κορυφώνεται την παραμονή με την λαμπρά ακολουθία των μεγάλων ωρών και του μεγάλου εσπερινού της εορτής.
Τα μεθέορτα εξάλλου παρατείνονται επί οκτώ ημέρες μετά την εορτή, με τρεις ημέρες ιδιαιτέρως εξαιρούμενες, την επομένη των Θεοφανείων με την εορτή της Συνάξεως του Προδρόμου και Βαπτιστού του Χριστού, 7η Ιανουαρίου, την «Κυριακή μετά τα Φώτα», και την τελευταία ημέρα της εορτής, την απόδοση της 14ης  Ιανουαρίου, κατά την οποία ψάλλεται και πάλι ολόκληρη η ακολουθία της εορτής.