Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

" Αιρέσεις, Οικουμενισμός: Οι διάλογοι χωρίς προσωπείον" (του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού)




(του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού)


Είναι κοινή διαπίστωση, ότι οι Διάλογοι, διαχριστιανικοί και διαθρησκειακοί, γίνονται στις ημέρες μας όλο και πιο συχνοί. Και το μεν Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεχίζει και εντατικοποιεί την παλαιά σχετική τακτική του, το συναγωνίζεται όμως και η Εκκλησία της Ελλάδος, ρίχνοντας το βάρος κυρίως προς δυο κατευθύνσεις: τις επαφές με το Βατικανό και τον Παπισμό αφ ενός, αλλά και τις διαθρησκειακές συναντήσεις αφ ετέρου. Και το μεν Οικουμενικό Πατριαρχείο ακολουθεί την χαραγμένη από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (†1972) πορεία, χωρίς δυνατότητα πλέον αυτοκριτικής και αυτοελέγχου, η δε Εκκλησία της Ελλάδος, στις διοικητικές δομές της και παρά τις συνεχείς αντιδράσεις της πλειονοψηφίας του Κλήρου και του ευσεβούς Λαού, τείνει να υπερβή το Πατριαρχικό Κέντρο σε πρωτοβουλίες, με ρυθμούς συνεχώς επιταχυνομένους, που δίκαια προβληματίζουν, διότι αθετούν σκανδαλωδώς την γνωστή από το παρελθόν τακτική της συνετής αυτοσυγκρατήσεως, που εφήρμοζαν οι Αρχιεπίσκοποί μας, από τον Χρυσόστομο Β΄ (†1968) μέχρι και τον Σεραφείμ (†1998). Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: Διατί;

1. Στις οικουμενικές σχέσεις ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ενεκαινίασε μία πορεία, συνεχώς επιταχυνομένη, που είναι πια αδύνατο να αναθεωρήσουν και αναχαιτίσουν οι διάδοχοί του, σ' αυτή δε την «παγίδα» έχει εμπλακεί και η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία με την σημερινή της Ηγεσία, παρά τον φαινομενικό ανταγωνισμό με την κορυφή του Φαναρίου, εφαρμόζει την ίδια με εκείνο οικουμενι(στι)κή και διαθρησκειακή πολιτική. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συνέδραμε χωρίς αναστολές την προώθηση των στόχων της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-1965), που δεν ήταν άλλοι από την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Παπισμό, υπό το πρόσχημα της ενώσεως. Η ενεργοποιημένη από την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-39) αρχή της Ουνίας έγινε ανομολόγητα δεκτή και από την ελληνόφωνη Ορθοδοξία, με την ψευδαίσθηση, ότι διεξάγεται διάλογος «επί ίσοις όροις», με σκοπό την «εν αληθεία» ένωση, ενώ στην ουσία καταλήξαμε στην ουνιτική αναγνώριση του Παπισμού, της μεγαλύτερης και ριζικότερης «αλλοτριώσεως του ίδιου του πυρήνα της εκκλησιαστικής αληθείας» με την παραγωγή «ενός διαφορετικού χριστιανισμού στους αντίποδες του ευαγγελικού τρόπου ζωής και σωτηρίας του ανθρώπου» (Χρ. Γιανναράς). Από τον πατριάρχη Αθηναγόρα, πεπεισμένο κήρυκα αυτής της πορείας, με τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις της Ρόδου (1961 και 1963) και μία σειρά προσωπικών του ενεργειών (όπως η περίφημη συνάντησή του με τον πάπα Παύλο ΣΤ΄, Ιεροσόλυμα 1964) και παρά τις αντιδράσεις κυρίως του Αθηνών Χρυσοστόμου Β΄, το καθορισμένο σε συνεργασία με το Βατικανό σχέδιο, προωθήθηκε και επεβλήθη, οδηγώντας στην κατάσταση των ημερών μας. Από τον «Διάλογο της αγάπης», εφεύρημα παραπλανητικό της Β΄ Βατικανής Συνόδου, και του οποίου ο μεγαλύτερος προπαγανδιστής υπήρξε ο Αθηναγόρας, προχωρήσαμε βεβιασμένα στον Θεολογικό Διάλογο, χωρίς όμως να εκπληρωθή ο βασικός όρος της Ορθοδοξίας, η άρση δηλαδή του παπικού πρωτείου και αλαθήτου, δεδομένου ότι ο παπικός θεσμός συνιστά την τραγικότερη αλλοίωση του Ευαγγελίου του Χριστού και το σημαντικότερο εμπόδιο στην «εν αληθεία» συνάντηση Ρωμαιοκαθολικισμού και Ορθοδοξίας. Η εφαρμοζομένη όμως «πολιτική» της παραπλανήσεως και παγιδεύσεως επιβεβαιώνεται και από την απόφαση κατά τον Θεολογικό Διάλογο να μη συζητηθούν τα «διαιρούντα» (μόνιμη και απαράβατη αρχή των Οικουμενικών Συνόδων), αλλά τα «ενούντα», για την δημιουργία ψευδαισθήσεως ενότητος και ταυτίσεως, με την προώθηση της ουνιτικής τακτικής. Έτσι εξηγείται η επιμονή του Βατικανού να σώση με κάθε τρόπο τον θεσμό της Ουνίας, ενώ παράλληλα καλλιεργήθηκε το πνεύμα της «αμοιβαίας αναγνωρίσεως» (κορύφωση η συνάντηση του Balamand το 1993 και το αχαρακτήριστο κείμενο περί Ουνίας, που συνυπέγραψαν εννέα ορθόδοξες Εκκλησίες, με πρώτο το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Όταν ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης διεμαρτυρήθη για όλα αυτά και κυρίως για την αποδοχή της μεθόδου της Ουνίας, επιτιμήθηκε με γράμματα γεμάτα οργή (σώζονται...) και απειλήθηκε έμμεσα με καθαίρεση. (Ποτέ δεν μπόρεσε να συμβιβασθή με αυτή την στάση, που τον οδήγησε ταχύτερα στον θάνατο).

"Απλώς η πλειοψηφία της Συνόδου ή οι θεούμενοι; "



(του αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρου)



Την Κυριακή προ της Πεντηκοστής, η Αγία μας Εκκλησία τιμά την μνήμη των 318 θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 στην Νίκαια της Βιθυνίας.
Στην Ιερή μνήμη λοιπόν των Αγίων Πατέρων είναι αφιερωμένο το Αποστολικό Ανάγνωσμα που θα ακούσουμε στους Ιερούς μας Ναούς.
Είναι απόσπασμα από τον συγκινητικό λόγο του Απ. Παύλου προς τους πρεσβυτέρους της Eκκλησία της Εφέσου.
Ο Ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς, ο συγγραφέας του Βιβλίου των Πράξεων, καταγράφει επακριβώς και με δέος τους τελευταίους αυτούς λόγους του Απ. Παύλου, οι οποίοι είναι και προφητικοί, αφού αναφέρεται στην έλευση των λύκων, «λύκοι βαρείς» μετά την άφιξή μου.
Είναι πράγματι ένα κείμενο το οποίο χρειάζεται να το μελετήσουμε όλοι μας πολύ προσεκτικά. Τόσο οι ποιμένες, όσο και το ποίμνιο, αφού αποτελεί την πνευματική πυξίδα για την ορθή πορεία της Εκκλησίας μας μέσα από τις συμπληγάδες του κόσμου και του κακού. Επισημαίνει πως οφείλουν και ότι πρέπει να παραμένουν άγρυπνοι οι ποιμένες της Εκκλησίας, ώστε να προστατεύουν το ποίμνιο. Το ποίμνιο, για το οποίο θα τους ζητηθεί λόγος από τον Θεό. Να προστατεύουν λοιπόν το ποίμνιο από τους αιρετικούς τους οποίους, όπως είδαμε, χαρακτηρίζει με την φράση άγριους λύκους. Τονίζει μάλιστα το γεγονός ότι στην προφύλαξη αυτή των πιστών, θα συντελέσει τα μέγιστα και η ευλογημένη αφιλοχρηματία των ποιμένων.
Η αρετή αυτή, θα φαίνεται θέλοντας και μη από τα μέλη της Εκκλησίας και αυτό θα έχει ως συνέπεια, να μη σκανδαλίζονται οι ασθενέστεροι ώστε να γίνονται εύκολοι στο να καταντούν θύματα στα δίχτυα των κακοδόξων και αιρετικών. Και φυσικά, αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, αφού όπως αναφέρεται και στη «Διδαχή των Αποστόλων»: «ου πας ο λαλών εν πνεύματι προφήτης εστίν, αλλ' ο έχων τους τρόπου Κυρίου»!

"Η Συμμετοχή του Παν. Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στους εορτασμούς των Παπικών"


 
(Γραφείο Αιρέσεων και Παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς)


Μὲ πολὺ μεγάλη προσοχή, ἀλλὰ παράλληλα καὶ μὲ πολλὴ ὀδύνη ψυχῆς παρακολουθήσαμε ἀπὸ τὸ διαδίκτυο τὴν «συμπροσευχὴ» καὶ τὴν «συγχοροστασία» στὴν Βασιλική τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου στὸ Μιλάνο τῆς Ἰταλίας τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου καὶ τοῦ Ρωμαιοκαθολικοῦ Καρδιναλίου τοῦ Μιλάνου κ. Angelo Scola καὶ μελετήσαμε τὸν χαιρετισμὸ τοῦ Παναγιωτάτου μὲ τίτλο «Τὸ μήνυμα τῆς ἐν ἐλευθερία ζωῆς κομίζομεν εἰς τὰ Μεδιόλανα σήμερον», καθὼς καὶ τὴν ὁμιλία του κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴ «Μονὴ» τοῦ Bose μὲ σκοπὸ τὸν συνεορτασμὸ μὲ τοὺς Παπικούς τῆς ἐπετείου τῶν 1700 χρόνων ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἀποφάσεως (Διατάγματος) τῶν Μεδιολάνων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασιωπήσωμε τὴν πικρία καὶ ἀπογοήτευσή μας, ἐν ταυτῶ δὲ καὶ τὴν πλήρη ἀντίθεσή μας τόσον μὲ τὴν «συγχοροστασία», ὅσον καὶ μὲ τὰ δύο αὐτὰ κείμενα, τόσον ὡς πρὸς τὸ ὕφος, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο. Ἐπειδὴ τὸ περιεχόμενό των ἅπτεται θεμάτων πίστεως, ἐπὶ πλέον παραποιοῦνται ἱστορικὰ γεγονότα, ἔτι δὲ ἐπιστρατεύονται μεγάλες πατερικὲς μορφὲς μὲ ἐκλεκτικὴ καὶ μονομερῆ παράθεση χωρίων καὶ λόγων των, (μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσδίδεται σ’ αὐτοὺς ἕνα ψευδὲς καὶ παραπλανητικὸ οἰκουμενιστικὸ προσωπεῖο), δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ ἀδιαφορήσουμε. Ἡ πίστις εἶναι κοινὸ κτῆμα ὅλων, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν καὶ ὅλοι μας ἔχουμε εὐθύνη γιὰ τὴν διαφύλαξή της: Ὅπως εἶναι ἤδη γνωστόν, «Ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ μετὰ τοῦ κλήρου τὴν ἀγρυπνοῦσαν συνείδησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις μαρτυρεῖ (κρίνει, διακρίνει, ἐγκρίνει καὶ ἀποδέχεται, ἢ κατακρίνει καὶ ἀπορρίπτει) τὴν διδασκαλίαν καὶ τὰς πράξεις τῆς Ἱεραρχίας, ὡς ἀπεφάνθησαν καὶ οἱ Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς ἐν τῇ ἐγκυκλίω αὐτῶν τῆς 6ης Μαΐου 1848: ‘‘ὁ φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ λαὸς αὐτὸς ἐστίν’’».[1] Θεωρήσαμε λοιπὸν χρέος μας νὰ προχωρήσωμε στὸ σύντομο αὐτὸ σχολιασμό, ποῦ ἐπακολουθεῖ.
Μιὰ πρώτη γενικὴ ἐπισήμανση, πού ἀφορᾶ καὶ τὰ δύο κείμενα, εἶναι ἡ διαπίστωση, ὅτι σ’ αὐτὰ ὁ Παναγιώτατος, ὁμιλεῖ ἀπευθυνόμενος πρὸς Παπικοὺς αἱρετικούς, ὡσὰν νὰ ἤσαν Ὀρθόδοξοι, ὡσὰν νὰ ἤσαν μέλη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οὐδόλως ἐπισημαίνεται τὸ γεγονός, ὅτι εὑρίσκονται ἐν αἱρέσει καὶ πλάνη. Οὐδεμία νύξις γίνεται πάνω στὶς χαώδεις δογματικὲς διαφορὲς πίστεως, οἱ ὁποῖες μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν παπικὴ παρασυναγωγή, ἡ ὁποία ἐπιμένει νὰ ὀνομάζη ἐαυτὴν ὡς «Καθολικὴ Ἐκκλησία» καὶ μάλιστα ὡς «αὐθεντική», ἐνῶ τὴν Ὀρθόδοξη θεωρεῖ ὡς «ἐλλειμματική»! Καὶ οὐδεμία προσπάθεια νὰ τοὺς πείση, νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πλάνη τοῦ Παπισμοῦ καὶ νὰ προσέλθουν στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀκολουθώντας τὸν λόγον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὴν εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς τῆς Θείας Λειτουργίας του: «Τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καὶ συναψον αὐτοὺς τῆ ἁγία σου Καθολικῆ καὶ ἈποστολικῆἘκκλησία». Μιὰ τέτοια νοοτροπία ἀπηχεῖ τὸν τρόπο σκέψεως καὶ δράσεως τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπουν δογματικὲς πλάνες στὸν Παπισμό, ἀλλὰ ταυτότητα πίστεως μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀκυρώνοντας ἔτσι στὴν πράξη ὅλη τὴν Πατερικὴ καὶ Κανονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ θέλαμε νὰ παρακαλέσουμε θερμῶς τὸν Παναγιώτατο, μὲ ὅλο τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη, πού ἁρμόζει στὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμά του καὶ στὸ πρόσωπό του, νὰ δηλώση εὐθέως καὶ δημοσίως, τί πιστεύει σχετικὰ μὲ τὸν Παπισμό. Ἐὰν δηλαδὴ πιστεύει, ὅτι ὁ Παπισμὸς ἀποτελεῖ Ἐκκλησία, μὲ ἔγκυρα μυστήρια καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή, σύμφωνα μὲ ὅσα παρανόμως, ἀντιπατερικῶς καὶ ἀντικανονικῶς ὑπεγράφησαν κατὰ τὴν Ζ΄ Γενικὴ Συνέλευση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸν Ἰούλιο τοῦ 1993 στὸ Balamand τοῦ Λιβάνου καὶ τὰ ὁποῖα συνιστοῦν πραγματικὴ προδοσία τῆς πίστεως: «Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη

Πανθρησκεία: Στη Τουρκία χτίζουν "τζαμί του Αγίου Ιησού"


Η εφαρμογή των σχεδίων για τη δημιουργία της Πανθρησκείας συνεχίζεται με γοργούς ρυθμούς. Διαβάστε το άρθρο: 
Στην τουρκική πόλη Ντιγιαρμπακίρ άρχισε η κατασκευή του πρώτου τζαμιού στον κόσμο αφιερωμένου στον Ιησού Χριστό. Σύμφωνα με τουρκικά μέσα ενημέρωσης, μ αυτο τον τρόπο η μουσουλμανική κοινότητα θέλει να κάνει ένα βήμα καλής θέλησης προς τους εκπροσώπους των άλλων θρησκειών.
«Ο Ιησούς (Ίσα), τιμάται ως προφήτης και στον Ισλαμισμό και στο Χριστιανισμό - είπε ο υπεύθυνος για την κατασκευή, Μουσταφά Ουζούν. 
– Είναι μεγάλη χαρά για μας να αφιερώνουμε σ’αυτόν το τζαμί». 
Σύμφωνα με το Μουφτή της κοινότητας Abdulkerim Melik-oglu,η αντίδραση του κοινού σ’αυτή την απόφαση ήταν αντιφατική, αλλά πιο συχνά θετική.
Ο Μουφτής, με τη σειρά του, τόνισε ότι ο Ιησούς αναφέρεται στο Κοράνι, και γι αυτό τίποτα δεν εμποδίζει να αφιερώνουμε τζαμί σ’Αυτόν.
Ο ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Συρίας στο Ντιγιαρμπακίρ, Yusuf Akbulut επαίνεσε την κίνηση ως "επαναστατική", τονίζοντας ότι πιθανόν είναι «η πρώτη φορά στην ιστορία, που ένα τζαμί αφιερώνεται στον Ιησού." 
Ο προτεστάντης πάστορας Αχμέτ Gyuvener είδε σ’αυτή την κατασκευή τη χειρονομία ανεκτικότητας έναντι των Χριστιανών.
Στο Ντιγιαρμπακίρ, το οποίο βρίσκεται στη νοτιοανατολική Ανατολία, υπήρξε μια πολύ μεγάλη χριστιανική κοινότητα. Στα 1915, αυτή η κοινότητα υποβλήθηκε σε διωγμούς και κατά τα επόμενα έτη σχεδόν εξαφανίστηκε. Σήμερα στην Τουρκία υπάρχουν πολλά τζαμιά, που έχουν το όνομα του Ίσα, αλλά δεν είναι αφιερωμένα στον Χριστό, αλλά σε ένα μουσουλμανικό πνευματικό πρόσωπο ο οποίος είχε αυτό το όνομα.
------------------------------------------------------------------ 

"Επικίνδυνος απομάκρυνσις από την οδόν των αγίων Πατέρων"


(του Ιωάννη Τάτση)
ΠΟΡΕΙΑ ἐπικίνδυνη καὶ καταστροφικὴ διαγράφεται τὰ τελευταῖα χρόνια σὲ πολλοὺς τομεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀφήσαμε τὴν πεῖρα τῶν ἁγίων πατεράδων μας καὶ πορευόμαστε σὲ ἀτραποὺς σκοτεινές.
Ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατατρώει τὰ σπλάχνα τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ αἱρέσεις δὲν καταδικάζονται συνοδικῶς καὶ ὅσοι μὲ πόθο καὶ ἀγάπη κοσμικὴ προσεγγίζουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ γίνονται ἕνα μὲ αὐτούς, αὐτοπροσδιορίζονται ὡς ἀληθινοὶ χριστιανοί. Κατηγοροῦν μάλιστα ὅσους τοὺς ἀντιστρατεύονται ὡς φανατικοὺς καὶ ἀκραίους. Τὴν ἀντιαιρετικὴ δράση καὶ διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀντικατέστησε ἡ ἀγαπολογία καὶ οἱ ἀτέρμονες διάλογοι, τὰ συνέδρια μετὰ πλουσίων γευμάτων, οἱ φιλοφρονήσεις καὶ οἱ συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἡ διαχριστιανικὴ καὶ διαθρησκειακὴ προσέγγιση καὶ κατανόηση.
Οἱ Σύνοδοι τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὰ τῆς πίστεως οὔτε καταδικάζουν αἱρέσεις. Οἱ σφεντόνες τοῦ πνεύματος ἔμειναν πλέον χωρὶς λάστιχα καὶ αὐτοί, ποὺ εἶχαν χρέος νὰ διαφυλάσσουν τὸ ποίμνιο ἔπιασαν φιλίες μὲ τοὺς βαρεῖς λύκους. Οἱ νέοι πέφτουν στὰ δίχτυα παραθρησκευτικῶν ὀργανώσεων καὶ σεκτῶν, χάνουν τὴν σωματικὴ καὶ πνευματική τους ὑγεία καὶ δὲν βρίσκουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Περιπλανῶνται στὰ ὄρη τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἄγνοιας, τῆς κοσμικῆς ἐπιφανειακῆς ζωῆς καὶ δὲν βρίσκεται ὁ ποιμένας, ποὺ θὰ τοὺς ἀναζητήσει.
Οἱ Μητροπόλεις ἱδρύουν Μὴ Κυβερνητικὲς Ὀργανώσεις καὶ ἀσκοῦν φιλανθρωπία μὲ τὶς ἐπιδοτήσεις καὶ ἐπιχορηγήσεις τοῦ Κράτους. Οἱ ποιμένες συναντῶνται εὐκαίρως ἀκαίρως καὶ συζητοῦν γιὰ τὸ νέο Μητροπολιτικὸ μέγαρο, τὸ νέο αὐτοκίνητο ἢ τὸ καινούργιο κινητὸ τηλέφωνο εὐφραινόμενοι ἀπὸ τὴν ἑορταστικὴ τράπεζα τοῦ ἀδελφοῦ Συνεπισκόπου. Γιὰ τὸ ποίμνιο λόγος οὐδείς. Τὰ τῆς πίστεως ἐγκαταλελειμμένα εἰς χεῖρας τοῦ Πατριάρχου, ὁ ὁποῖος στέφεται μὲ λόγους ἐγκωμίων, ὅταν ἐπισκεφθεῖ τὴν Μητρόπολή μας.
Ἡ πεῖρα τῶν Πατέρων περνάει ἀπὸ τὸ κόσκινο τῆς δικῆς μας ἐκκοσμικευμένης ζωῆς, τῆς χαλαρῆς πνευματικῆς μας κατάστασης καὶ ὡς γνήσιοι μεταπατερικοὶ θεολόγοι μεγάλου βεληνεκοῦς ἀνερυθρίαστα ἀμφισβητοῦμε τοὺς ἁγίους, τοὺς «καταγγέλλουμε» γιὰ ἀντιδυτικισμό, ἀντιφεμινισμό, ὑπερβολὲς καὶ σκληρότητα ἀπέναντι στοὺς ἀδελφούς μας αἱρετικούς. Δὲν τοὺς ἔχουμε πιὰ ἀνάγκη. Τοὺς ξεπεράσαμε. Εἴμαστε πολὺ πιὸ μπροστὰ ἀπὸ αὐτούς. Ἐμεῖς ζοῦμε τὸ παρόν. Ἂν κάποια ἀπὸ αὐτά, ποὺ εἶπαν, ἔχουν συνάφεια μὲ τὸ δικό μας κόσμο, ἂς τὰ δεχτοῦμε. Ἂν ὅμως «δὲν μᾶς κάνουν», τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὰ ξεπεράσουμε καὶ νὰ τὰ ἀρνηθοῦμε;

"Ἀπὸ τὴν αἵρεσιν τοῦ Γνωστικισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπολέμησεν ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἀνὴρ Ἠγήσιππος, εἰς τὴν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ"


(του μητροπολίτου Γόρτυνος, Ιερέμια)

Νέαν ἐπίθεσιν ἐναντίον τῶν Οἰκουμενιστικῶν κύκλων τῆς Ἐκκλησίας ἐξαπέλυσεν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Ἰερεμίας εἰς γραπτόν κήρυγμά του διὰ τὸν διδάσκαλον τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἡγήσιππον. Εἰς τὴν ἐποχήν του ἀνεπτύχθη ἡ αἵρεσις τοῦ Γνωστικισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπολέμησε.

Ἡ αἵρεσις τοῦ Γνωστικισμοῦ ἦτο φοβερὰ αἵρεσις. Σήμερον ἡ Ἐκκλησίας εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αἵρεσιν τοῦ Παπισμοῦ, μὲ τὴν παναίρεσιν τοῦ οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ὁποίου ὑβρίζουν καὶ περιφρονοῦν ὅλους ὅσους ἀκολουθοῦν τὴν πίστιν τῶν Ἁγίων Πατέρων μας. Ἔφθασαν ἕως τοῦ σημείου ὡρισμένοι ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς νὰ μὴ ὁμιλοῦν περὶ αἱρέσεων, ἀλλὰ περὶ ἐκκλησιῶν. Ζητεῖ ἀπὸ τὸν πιστὸν λαὸν νὰ εὑρίσκεται εἰς ἐπαγρύπνησιν καὶ νὰ τηρῆ τὰς παραδόσεις τῶν Πατέρων μας.
Τὸ πλῆρες κείμενον ἔχει ὡς ἀκολούθως:



1. Τὰ κηρύγματά μας, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ὅπως σᾶς εἶναι γνωστό, ἀναφέρονται στοὺς Ἁγίους Πατέρες. Παίρνουμε κατὰ χρονολογικὴ σειρά, ἕνα-ἕνα Πατέρα ἢ Ἐκκλησιαστικὸ συγγραφέα καὶ λέμε λίγα λόγια γιὰ τὸν βίο του καὶ τὴν διδασκαλία του.
Ἴσως σὲ πολλοὺς νὰ φαίνονται ἀνιαρὰ τὰ κηρύγματα αὐτά, ἀλλὰ μὴ ξεχνᾶτε, χριστιανοί μου, ὅτι τὸ κήρυγμα εἶναι μάθημα, εἶναι διδασκαλία, μὲ τὴν ὁποία μορφώνονται οἱ χριστιανοί. Καὶ μορφωνόμαστε θεολογικὰ καὶ μαθαίνουμε τὸ βάθος τῆς πίστης μας μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας.

"Η Ασκητική μέθοδος στην Ορθοδοξία και οι Οικουμενικοί διάλογοι" (Μέρος Α΄)


(π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος - Πρωτοπρεσβύτερος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς)
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τά τελευταία ἑκατόν πενήντα (150) χρόνια ἔγιναν πολλές προσπάθειες, ἐκδηλώσεις καί οἰκουμενικοί διάλογοι τόσο πολιτικοί ὅσο καί θρησκευτικοί-θεολογικοί, γιά νά μπορέσουν οἱ θρησκεῖες καί οἱ χριστιανικές αἱρέσεις νά ἑνωθοῦν σέ μία ποίμνη, σύμφωνα μέ τό εὐαγγελικό «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» καί «ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν»[1].

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἔχει καμμία σχέση μέ αἱρέσεις καί θρησκεῖες.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πού εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, εἶναι ἡ μοναδική, ἀνεπανάληπτη καί ἱστορική Ἐκκλησία, εἶναι καθαρή, ἁγνή και ἄμωμος, πού προσεύχεται γιά τήν ἑνότητα τοῦ σύμπαντος κόσμου, θέλοντας νά καταλήξει ἡ σύμπασα κτίση καί δημιουργία μέσα στήν Ἁγία Τριάδα.


Βέβαια, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι κατά κύριο λόγο θρησκεία, ἀλλά ἀποκάλυψη. Οὔτε εἶναι χριστιανική αἵρεση. Θρησκεία εἶναι μία ἀνθρωποκεντρική προσπάθεια ἐξευμενίσεως τοῦ Θεοῦ ἤ τῶν ὁποιωνδήποτε θεῶν, γιά νά νοιώθει ὁ ἑκάστοτε ἄνθρωπος ἀσφάλεια καί ψυχολογική εἰρήνη καί γιά νά νικήσει τελικά τόν θάνατο. Θρησκεία, ἐπίσης, εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης τοῦ προσβληθέντος ἐγωισμοῦ τοῦ δίκαιου Θεοῦ ἀπό τήν παρακοή τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας καί ἐν συνέχεια ὅλου του ἀνθρωπίνου γένους. Θρησκεία εἶναι τό φαινόμενο τῆς κινήσεως τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό. 
Ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ τόν Θεό. «Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, δέν προτάσσει τήν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, ἀλλά τήν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Δέν οἰκοδομεῖται μέ τή θρησκευτική ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μέ τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, πού προσκαλεῖ τόν ἄνθρωπο σέ ἀνάλογη τοποθέτηση ἀπέναντί του. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμός εἶναι ἀποκάλυψη καί ὄχι θρησκεία. Ἀλλά, ἤδη, μέ τήν τοποθέτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ παρουσιάζεται καί τό φαινόμενο τῆς θρησκείας. Τό χαρακτηριστικό, ὅμως, στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὅτι ἡ θρησκεία προβάλλει ὡς δευτερογενές φαινόμενο. Δέν εἶναι, πλέον, ἡ κίνηση γιά τήν εὕρεση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ προσπάθεια γιά τήν βίωση τῆς ἀποκαλύψεώς του»[2]. 
Ἄρα, ἡ Ὀρθοδοξία κατά πρῶτο λόγο, κατ’ ἀκρίβειαν εἶναι ἀποκάλυψη. Ἀποκαλύπτεται ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός μέσω τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι θρησκεία. Κατά δεύτερο λόγο, κατ’ οἰκονομίαν εἶναι θρησκεία. Ξεκαθαρίζοντας περεταίρω ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τήν ἔννοια τοῦ ὄρου «θρησκεία» σημειώνει ὅτι τό ὄνομα τῆς θρησκείας ἔλαβε τήν ἀρχή του ἀπό τούς Θράκες, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδή εἶχαν βαθύτερο σέβας καί περισσότερη δεισιδαιμονία στούς δαίμονες καί τά εἴδωλά τους, ἔδωσαν ἀφορμή καί στούς ἄλλους Ἕλληνες νά ὀνομάζουν θρησκεία τό σέβας πρός τά εἴδωλα, καθώς μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν λόγο του στά Φῶτα, λέγοντας˙ «οὐ Θρακῶν ὄργια ταῦτα, παρ’ὧν καί τό θρησκεύειν ὡς λόγος».